Sep 29, 2008

Παναγιά η Αθηνιώτισσα ή πιο απλά ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ




«ημετέρη δε πόλις κατά μεν Διός ου ποτ’ ολείται αίσαν και μακάρων θεών φρένας αθανάτων. τοίη γαρ μεγάθυμος επίσκοπος οβριμοπάτρη Παλλάς Αθηναίη χείρας ύπερθεν έχει»




Μετάφραση: «η δική μας δε πόλη, σύμφωνα μεν με τη θεία θέληση του Δία και με τη σκέψη των μακάριων, αθάνατων θεών, ποτέ δεν θα καταστραφεί επειδή η μεγαλόψυχη προστάτιδα, η κόρη κραταιού πατέρα, η Παλλάδα Αθηνά, έχει τα χέρια υπεράνω της» Σόλωνας
~~~~~~~~~~~


Πριν επεκταθώ στην ανάλυση του θέματος γύρω από την "σκοτεινή" υπερχιλιετή περίοδο της Ακρόπολης των Αθηνών, αξίζει νομίζω να αναφερθώ σε μια από τις πρώτες μου αναμνήσεις των παιδικών χρόνων. Σε ηλικία 4-5 ετών, μέσα στο λεωφορείο και λίγο μετά το πρώτο νεκροταφείο να ξεπροβάλλει με λάμψη και μεγαλοπρέπεια ο ιερός βράχος. Δέος, περιέργεια, ενθουσιασμός και σεβασμός ήταν τα πρώτα συναισθήματα σε τούτη την μοναδική θέα!



"Μαμά τι είναι αυτό χτισμένο εκεί ψηλά;" Και σχεδόν αυτόματα, η μητέρα μου παρέα και με άλλους συνεπιβάτες που έσπευσαν να απαντήσουν, προσπαθούσαν να μου λύσουν την απορία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, άσχετα αν οι ερωτήσεις μου δεν είχαν τελειωμό. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 80... Ήταν τέτοιος ο παιδικός μου ενθουσιασμός για την Ακρόπολη και την μαγεία της αρχαιότητας, που για μερικά χρόνια ακόμα είχα μείνει με την πεποίθηση ότι στην Πανεπιστημίου που έκανε τέρμα το λεωφορείο, υπήρχαν καλοδιατηρημένα πανάρχαια κτίρια... Η Ακαδημία, το Πανεπιστήμιο και η Εθνική Βιβλιοθήκη. Απογοητεύτηκα όταν έμαθα ότι τα τρία αυτά κτίρια είχαν κτιστεί σχετικά πρόσφατα.
Παρά ταύτα, έκτοτε, κάθε φορά στην θέα της Ακρόπολης έχω τα ίδια ακριβώς συναισθήματα. Όπως τότε! Δέος, περιέργεια, ενθουσιασμός και σεβασμός. Ίσως και ρίγη κάποιες φορές...


Ποια είναι λοιπόν η Παναγιά η Αθηνιώτισσα;



Θυμάμαι κάποια στιγμή στο σχολείο, μετά από κεφάλαια ολόκληρα σχετικά με το επίτευγμα της κατασκευής της Ακρόπολης, κάπου αργότερα υπήρχε η επιγραμματική αναφορά ότι ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία στα χρόνια τα Βυζαντινά. Μου είχε κάνει εντύπωση το γεγονός αυτό, αλλά κατάφερε να με πειράξει αρκετά μόνο όταν είδα χαρακτηριστική εικόνα της εποχής...

Απόψε, για κάποιο λόγο θέλησα να ψάξω περαιτέρω πληροφορίες. Ας ξεκινήσουμε κάπως έτσι:

"Τους πιο πολλούς ναούς των εθνικών, που βρίσκονταν σε καλή κατάσταση τους μετέβαλαν σε χριστιανικούς ναούς και έτσι σώθηκαν από την κατάρρευση, όπως ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο, το Θησείο, κ.α. Ας σκεφτούμε πως, αν ο Παρθενώνας δεν μεταβαλλόταν σε χριστιανικό ναό, δεν θα ήταν σήμερα στημένος στην ακρόπολη, να τον θαυμάζει η ανθρωπότητα, αλλά ένας σωρός από σπασμένα μάρμαρα!"
Πηγή: ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

Η wikipedia αναφέρει:
"Στους Ρωμαϊκούς χρόνους δεν καταγράφονται αλλαγές στον Παρθενώνα, που συνεχίζει να διατηρεί αναλλοίωτη τη φυσιογνωμία και την αίγλη του ακόμη και στους μεταχριστιανικούς αιώνες, παρόλο που επί εποχής Ιουστινιανού η πομπή των Παναθηναίων δεν ανέβαινε πια στον Παρθενώνα και είχε χαθεί πλέον κάθε λατρεία δημόσια ή ιδιωτική σύμφωνα με το Λατίνο ρήτορα Κλαύδιο Μαμερτίνο του 4ου αιώνα.



Στους Βυζαντινούς χρόνους -αν και γλύτωσε ο Παρθενώνας την καταστροφή από τα διατάγματα του Θεοδόσιου Β'- έγινε η πρώτη μετατροπή του ναού σε χριστιανική εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν επί αυτοκρατορίας Ιουστινιανού και αργότερα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας. Στον πρόναο προστέθηκε η αψίδα του ιερού. Από αυτές τις μετατροπές αυτές το 1877 -σύμφωνα με τον Burnouf- δεν είχαν μείνει παρά λείψανα τοιχογραφιών και λιγοστά επιγραφικά χαράγματα στους τοίχους και τους κίονες.
Επί Φραγκοκρατίας ο περί τον Παρθενώνα χώρος γίνεται τόπος ενδιαίτησης του πρώτου Φράγκου άρχοντα των Αθηνών, Όθωνα Ντελαρός, ενώ η Ακρόπολη γίνεται η έδρα της φραγκικής βαρωνίας και το κέντρο του ιστορικού βίου της πόλης, σε σημείο που η Αθήνα είναι γνωστή πλέον ως Castellum Athenarum. Ο Παρθενώνας αποδίδεται στη Ρωμαϊκή εκκλησία και γίνεται ναός Λατινικός, τιμώμενος στο όνομα της Θεοτόκου. Στη δυτική πλευρά προστέθηκε ένα κωδωνοστάσιο, που επί Τουρκοκρατίας έγινε μιναρές. Επί Ενετοκρατίας δεν παρατηρήθηκαν και δεν καταγράφτηκαν αλλαγές στο μνημείο."



ΣΚΑΪ.gr "Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του, ο Παρθενώνας υπήρξε χριστιανικός ναός. Από το 500 ως το 1450, για κάτι λιγότερο από μία χιλιετία, ο ναός της παρθένου Παλλάδας λειτούργησε ως ναός της Θεοτόκου Παρθένου και υπήρξε θρησκευτικό προσκυνηματικό κέντρο μεγάλης σημασίας καθ' όλη την ιστορία του Βυζαντίου.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της μετατροπής του αρχαίου ναού σε χριστιανικό, είναι πως τίποτε δεν πειράχθηκε, τίποτε δεν αλλάχθηκε. Ακόμη και τα αετώματα δεν σκεπάστηκαν - αφέθηκαν ως είχαν. Ο περίφημος φόβος των "δαιμονικών" αρχαίων θεών, απ ότι φαίνεται δεν περιελάμβανε την Ακρόπολη. Όχι μόνο τον Παρθενώνα: κατοικία του επισκόπου των Αθηνών ήταν τα Προπύλαια.



Η πιο διαδεδομένη άποψη θέλει την Αθήνα να σβήνει μετά το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό το 529 και να αρχίζει να ξαναγίνεται κέντρο όταν, με την Αναγέννηση, οι Δυτικοευρωπαίοι ανακαλύπτουν, χάρη στην αραβική επίδραση, την κλασική Ελλάδα και αρχίζουν να επισκέπτονται το κάποτε ένδοξο αυτό χωριό. Θέλει, επίσης, σε όλο το ενδιάμεσο διάστημα να μην υπάρχουν ιδιαίτερες πηγές ή δεδομένα για την ζωή στην Αθήνα. Όμως, όπως έχει δείξει ο Αντώνης Καλδέλλης, καθηγητής του τμήματος κλασικών σπουδών στο πανεπιστήμιο του Οχάιο, στην εργασία του "Ο Παρθενώνας στο Βυζάντιο: μια ξεχασμένη Ιστορία" (The Parthenon in Byzantium: A Forgotten History), η Αθήνα ούτε ξεχάστηκε ούτε έσβησε με το κλείσιμο των σχολών. Ούτε, ακόμη περισσότερο, οι βυζαντινοί υπήρξαν αδιάφοροι για την κλασική Ελλάδα - άποψη που κυριάρχησε μάλλον για να εξυπηρετήσει πολιτικούς λόγους παρά γιατί απηχεί την αλήθεια.


Σύμφωνα με την έρευνα του κ. Καλδέλλη, κατά τους μέσους Βυζαντινούς χρόνους, και συγκεκριμένα από τον όγδοο αιώνα και μετά, "πολλοί ήταν οι χριστιανοί που έφταναν στην Αθήνα με ξεκάθαρο και μοναδικό στόχο να προσευχηθούν στον Παρθενώνα", που πια ήταν ναός της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει κανείς σεβαστό αριθμό αγίων (Νίκων ο Μετανοείτε, Όσιος Λουκάς, Μελέτιος ο Νεότερος κα), αριστοκράτες και αυλικοί της , απλό λαό και τουλάχιστον έναν αυτοκράτορα, το Βασίλειο το Β΄ το Βουλγαροκτόνο, που πάει εκεί το 1018 για να ευχαριστήσει την Παρθένο, μετά την τελική του νίκη κατά των Βουλγάρων.
Παράλληλα, η πόλη έτυχε πολλών αξιόλογων και ιδιαίτερα μορφωμένων επισκόπων, που αλληλογραφούσαν με τους ελληνιστές της Κωνσταντινούπολης. Σε αυτή την αλληλογραφία συναντά κανείς "τη δόξα, τη φήμη και το ΄θαυματουργό φως' του χριστιανικού Παρθενώνα", σε επιστολές γνωστών διανοητών όπως ο Ευστάθιος της Θεσσαλονίκης, ο Ευθύμιος Μαλάκης και ο Μιχαήλ Χωνιάτης, επίσκοπος Αθηνών προ της κατάληψης της πόλης από τους Σταυροφόρους, το 1205.
Ειδικά ο τελευταίος, αν και θρηνεί την απώλεια της αρχαίας δόξας της πόλης, καταγράφει σχεδόν με περηφάνια τη σημασία των προσκυνημάτων της και μάλιστα του καθεδρικού της, του Παρθενώνα και αναφέρεται στο θαυματουργό και άσβεστο "θείο φως" που αποτελούσε ένα από τα θαυμάσια της χριστιανικής περιόδου του μνημείου. Αξιοσημείωτο παραμένει ότι, σε αντίθεση με όσα συνηθίζονταν στο Βυζάντιο, ο ιερωμένος Χωνιάτης δεν αναφέρεται τόσο στην Παρθένο, όσο στο κτίριο: αναφέρει την ίδια την Ακρόπολη, τον Παρθενώνα, ως "ανάπαυση" της ψυχής του. Όχι την Παρθένο, μα τον Παρθενώνα.



Ακόμη, από εκείνους τους χρόνους ήδη εμφανίζεται ο επί αιώνες προσφιλής βανδαλισμός των επισκεπτών/ προσκυνητών: η συνήθεια της χάραξης ονομάτων των επισκεπτών στα μάρμαρα του ιερού βράχου. Κανένα μνημείο δεν πρέπει να έχει χαραχθεί τόσες φορές και με τόσα ονόματα, όσο η Ακρόπολη. Ο βανδαλισμός αυτός, εδώ γίνεται στοιχείο σημαντικό για την ερμηνεία του ρόλου του μνημείου στους βυζαντινούς χρόνους.
Τα στοιχεία συνηγορούν με την άποψη ότι ο Παρθενώνας υπήρξε το τέταρτο σημαντικότερο προσκύνημα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τους μέσους της χρόνους, μετά από την Κωνσταντινούπολη, ασύλητη ακόμη και παγκόσμια πρωτεύουσα των λειψάνων και των κειμηλίων, την Έφεσο των Πατέρων και τη Θεσσαλονίκη του πολεμιστή Αγίου Δημητρίου.
Μάλιστα, κάποια στιγμή φαίνεται πως έγινε της μόδας η ταφή των επισήμων κοντά στον καθεδρικό των Αθηνών, δηλαδή τον Παρθενώνα - χαρακτηριστική είναι η ταφή του Λέοντος, κυβερνήτη του Ελληνικού Θέματος, στον Παρθενώνα το 848.
Περισσότερα για την μελέτη του Δρ. Καλδέλλη στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Σύντομα αναμένεται να κυκλοφορήσει από την Cambridge University Press και το βιβλίο του "The Christian Parthenon: Classicism and Pilgrimage in Medieval Athens" . Η εικόνα του Παρθενώνα ως εκκλησία είναι σκίτσο του Μ. Κορρέ και πάρθηκε από τον ιστότοπο του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης"



«Ω ευγένεια! ω ομορφιά απλή και αληθινή! Θεά, που η λατρεία σου σημαίνει λογική και σοφία, συ που ο ναός σου είναι αιώνιο μάθημα συνείδησης και ειλικρίνειας, φτάνω αργά στο κατώφλι των μυστηρίων σου…Ο κόσμος δεν θα σωθεί, εκτός αν ξαναγυρίσει σε σένα…»

Ernest Renan Προσευχή πάνω στην Ακρόπολη


Ένας Ιησουίτης περιηγητής του 1672, ονόματι πάτερ Ιάκωβος, γράφει τα εξής:

«Οι Αθηναίοι, εγκολπωθέντες τον χριστιανισμόν, μετέβαλον τον ναόν της Αθηνάς εις εκκλησίαν του Αληθούς Θεού, προσθέσαντες Επισκοπικόν θρόνον και Άμβωνα, τα οποία ακόμα διατηρούνται, και Αγία Τράπεζα την οποία ανέτρεψαν οι Τούρκοι. Ο χώρος του ιερού είναι λευκότερος από τους υπόλοιπους τοίχους και τα σκαλιά εκεί είναι ακέραια και μεγαλοπρεπή. Στον θόλο πάνω από αυτά τα σκαλιά υπάρχει η εικόνα της Θεοτόκου, της οποίας κάποιος Τούρκος έφθειρε λίγο το πρόσωπο, όταν την πυροβόλησε. Αλλά οι Τούρκοι ομολογούν ότι το χέρι αυτού που πυροβόλησε ξεράθηκε μετά το έγκλημα.».

Ο ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ RANDOLPH στο σύγγραμμά του «The present state of the Morea together with a Description of the City of Athens, etc.», London 1687, σχετικά με τον Παρθενώνα γράφει τα εξής:

«Το μάλλον αξιοπαρατήρητον [στο φρούριο της Ακροπόλεως] είναι ο Ναός της Αθηνάς, όστις διασώζεται ακέραιος και θεωρείται παρά πάντων, όσοι τον είδον, ως το μάλιστα αξιοθαύμαστον κτίριον της Ευρώπης. Είναι όλον εκ καθαρού λευκού μαρμάρου.
Το μήκος του Ναού είναι 168 αγγλικών ποδών και το πλάτος 71. Υπάρχουσι 17 στύλοι εις εκάστην πλευράν και 8 εις την πρόσοψιν. Η περίμετρος εκάστου κίονος 19 ποδών και 1/2, το μήκος δε του όλου Ναού 230 ποδών. Ο Ναός είναι πολύ σκοτεινός έχων μόνον φεγγίτας τινάς εις το Ανατολικόν μέρος.

Οι Έλληνες τον εξηγίασαν και τον καθιέρωσαν εις την Αειπάρθενον. Μετά ταύτα οι Τούρκοι τον μετεποίησαν εις Τζαμί των. Οι Τούρκοι επέχρισαν ασβέστω το εσωτερικόν, καίτοι το όλον είναι εκ λευκού μαρμάρου...».

[Δημ. Καμπούρογλου, ΜΝΗΜΕΙΑ της ΙΣΤΟΡΙΑΣ των ΑΘΗΝΑΙΩΝ, τ. Α΄, σελ 243]

Ο Τάσσος Δ. Νερούτσος [στο ίδιο έργο του Δημ. Καμπούρογλου, τ. Β΄, σελ. 177] σημειώνει : ‘Της μεγάλης εκκλησίας της Θεομήτορος Αθηναίας του Παρθενώνος κατεχομένης επί Φραγκοκρατίας υπό Λατίνων κληρικων και χρηματιζούσης ως καθεδρικού ναού της λατινικής αρχιεπισκοπής Αθηνών, οι επί Ακκιαϊώλων δουκών παλινοστήσαντες ορθόδοξοι μητροπολίται εχρώντο, αντί καθεδρικού ναού, της έπειτα υπό των Τούρκων εις μωαμεθανικόν τέμενος το καλούμενον Φετιχιέ, μετασχηματισθείσης εκκλησίας, παρά την αγοράν των σιτηρών, επί τη νυν καλουμένη οδώ Μουσείου, ύπερθεν προς μεσημβρίαν του γυμνασίου του Αδριανού’.

Στο Forum Disabled.gr αναφέρονται τα εξής:


"Ευτυχώς που πολλοί αρχαίοι ναοί δεν κατεδαφίστηκαν αλλά μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς. Ο ναός της Παρθένου Αθηνάς μετατράπηκε σε ναό της Παρθένου Μαρίας. Καλά κατάλαβες, ο Παρθενώνας ήταν αυτός. Έγινε ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας. Ακόμη και τα Προπύλαια και το Ερεχθείο διασκευάστηκαν σε χριστιανικούς ναούς. Όταν η Αθήνα έγινε μητρόπολη, ο μητροπολίτης Αθηνών έμενε σε οίκημα στον Παρθενώνα. Ο ναός του Ηφαίστου έγινε ναός του Αγίου Γεωργίου. Μέχρι και το σπήλαιο του Πανός έγινε ναός του Αγίου Δημητρίου. Ο Ιουστινιανός μετέφερε κίονες από την αρχαία αγορά στην Κων/πολη για το χτίσιμο της Αγιάς Σοφιάς."



Στην σελίδα της Υπηρεσίας Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης μαθαίνουμε ότι:
"Το κτίριο παρέμεινε άθικτο, στην τελειότητά του, για αιώνες. Κατά τα υστερορωμαϊκά χρόνια υπέστη σοβαρότατες ζημίες από πυρκαγιά. Επισκευάσθηκε τον 4ο αι. μ.Χ., πιθανόν κατά την περίοδο αυτοκρατορίας του Ιουλιανού. Λίγο αργότερα, ο ναός υπέστη μετασκευές προκειμένου να λειτουργήσει ως χριστιανική εκκλησία. Στη μέση βυζαντινή περίοδο ανάγεται ένας σημαντικός αριθμός χαραγμάτων στους κίονες του Παρθενώνα και αρκετές τοιχογραφίες. Το 1205 ο ναός αφιερώθηκε στην Παναγία. Στην περίοδο της Λατινοκρατίας αποδίδεται και το κλιμακοστάσιο που οικοδομήθηκε στο νότιο άκρο του οπισθονάου. Λίγες δεκαετίες μετά την κατάληψη των Αθηνών από τους Τούρκους το 1460, ο Παρθενώνας μετατράπηκε σε τζαμί και το κλιμακοστάσιο σε μιναρέ. Η μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του μνημείου προκλήθηκε το 1687, όταν βομβαρδίστηκε κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τους Ενετούς. Η ανατίναξη της πυρίτιδας, που είχαν αποθηκεύσει οι Τούρκοι στο εσωτερικό του μνημείου, προκάλεσε κατάρρευση εκτενών τμημάτων του ναού και μετέτρεψε το κτίριο σε ερείπιο. Η εικόνα της καταστροφής ολοκληρώθηκε στις αρχές του 19ου αι., με τη συστηματική απομάκρυνση των γλυπτών του ναού από το λόρδο Έλγιν. Από τον Παρθενώνα αποξηλώθηκαν βίαια 18 εναέτια γλυπτά, 15 μετόπες και 56 λίθοι της ιωνικής ζωφόρου.
Το 1833, με την ίδρυση ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους, ο Παρθενώνας αποκτά το χαρακτήρα εθνικού συμβόλου. Την εποχή αυτή ξεκινούν οι πρώτες προσπάθειες εξυγίανσής του και απομάκρυνσης των προσθηκών των μεσαιωνικών και νεώτερων χρόνων. Σημαντικό σταθμό στη νεώτερη ιστορία του μνημείου αποτελούν οι αναστηλώσεις από τον Ν. Μπαλάνο κατά τα έτη 1896-1902 και 1923-1933, που προσέδωσαν στο μνημείο τη σημερινή του μορφή."

                        

Ας μην ξεχνάμε και το Χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς Αθηνάς, που βρισκόταν στην Ακρόπολη. Στο σηκό ο Φειδίας έστησε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, ένα πραγματικό αριστούργημα ομορφιάς, τέχνης, χάρης και επιβλητικότητας. Μας το περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια ο Παυσανίας, που το είδε στη θέση του όταν επισκέφτηκε την Αθήνα. Το ύψος του αγάλματος μαζί με το βάθρο έφτανε τα 15 μέτρα. Ήταν μια Αθηνά που στεκόταν όρθια , επιβλητική και ολοζώντανη. Φορούσε έναν Αττικό χιτώνα και τα χέρια της ήταν γυμνά, φτιαγμένα από ελεφαντόδοντο. Στο δεξί της χέρι κρατούσε τη φτερωτή νίκη, που είχε ύψος 1,80εκ. Και ήταν χρυσελεφάντινη. Στο αριστερό χέρι κρατούσε ακουμπισμένα στο δάπεδο, το δόρυ και την ασπίδα. Ανάμεσα σ' αυτά τα δύο υπήρχε ένα φίδι που παρίστανε τον Εριχθόνιο. Στο εσωτερικό μέρος της ασπίδας, ο μοναδικός ζωγράφος Πολύγνωτος είχε ζωγραφίσει σκηνή από τη 1η γιγαντομαχία και στο εξωτερικό υπήρχε σκηνή από τον πόλεμο του Θησέα με τις Αμαζόνες. Σ' έναν από τους πολεμιστές ο Φειδίας είχε δώσει τη μορφή του Περικλή και σε έναν άλλο, σε ένα γέρο που σήκωνε μια πέτρα, τη δική του μορφή.

                     

Το χρυσάφι του αγάλματος ζύγιζε κάπου έναν τόνο! Οι Αθηναίοι κατηγόρησαν αργότερα το Φειδία πως είχε κλέψει αρκετό από το χρυσάφι που προοριζόταν για το άγαλμα και τον έφεραν σε δίκη. Μα εκείνος, που ήξερε πολύ καλά τον ανθρώπινο φθόνο, είχε λάβει τα μέτρα του. Είχε ζυγίσει το χρυσάφι που του παράδωσαν, το οποίο ήταν ακριβώς 44 τάλαντα. Το χρυσάφι στο άγαλμα το είχε τοποθετήσει με τέτοιον τρόπο, ώστε να ξεκολλάει εύκολα και να μπαίνει ξανά στη θέση του. Στη δίκη ζήτησε να βγάλουν το χρυσάφι και να το ζυγίσουν, πράγμα που έγινε. Και το βάρος του ήταν ακριβώς το ίδιο, 44 τάλαντα!
Με το πέρας των Ρωμαϊκών χρόνων, το υπερπολύτιμο άγαλμα αυτό έπαψε να υπάρχει! Ποιος ξέρει ποιοι το κατάστρεψαν για να πάρουν το χρυσάφι του. Η απληστία των ανθρώπων και η άγνοια, κατάστρεψαν ίσως το πιο αριστουργηματικό δημιούργημα των αιώνων....



Τέλος, ο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών αναφέρει:
Κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων και για πολλούς αιώνες εφεξής, ο Παρθενών διατηρήθηκε σχεδόν ανέπαφος και η μορφή του παρέμεινε βασικά αναλλοίωτη. Το 334 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος ανέθεσε στο ανατολικό επιστύλιο ασπίδες από τα λάφυρα της νίκης του επί των Περσών στο Γρανικό ποταμό (το μαρτυρούν οι ορθογώνιες οπές που σώζονται στο επιστύλιο). Στα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας (61 μ.Χ.), οι Αθηναίοι ανέθεσαν στο ίδιο σημείο ψήφισμα προς τιμήν του Νέρωνος, σώζονται οι οπές για τη στερέωση των χάλκινων γραμμάτων), για να κερδίσουν την εύνοια του αυτοκράτορα. Κατά την ύστερη αρχαιότητα, μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, σε μια δυσπροσδιόριστη για μας εποχή, το εσωτερικό του σηκού και τμήματα των κιόνων της περίστασης υπέστησαν σοβαρές ζημιές από πυρκαγιά (ίσως εξαιτίας της επιδρομής των Ερούλων στην Αθήνα το 267 μ.Χ.) είτε από σεισμό. Τον 5ο αι. ο Παρθενών μετατράπηκε σε τρίκλιτη χριστιανική βασιλική αφιερωμένη αρχικά στην Αγία Σοφία και εν συνεχεία (στα μεσοβυζαντινά χρόνια) στην Παναγία την Αθηνιώτισσα· εκτός από την αλλαγή της εισόδου, προστέθηκε αψίδα στην ανατολική πλευρά (κόγχη του ιερού), τα γλυπτά του ανατολικού αετώματος κατεδαφίστηκαν, ο οπισθόδομος έγινε νάρθηκας που συνδέθηκε με τον σηκό με τρίφυλλη θύρα και ο ναός γέμισε με τοιχογραφίες. Στα 1018 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος προσκύνησε στον Παρθενώνα, του οποίου η ακτινοβολία εξακολουθούσε να είναι μεγάλη. Με την κατάκτηση του Βυζαντίου από τους Σταυροφόρους κατά την διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας (1204) και την ανάληψη της διακυβέρνησης της Αθήνας από τη δουκική οικογένεια των De la Roche, ο ναός αφιερώθηκε στη Notre Dame και στη νοτιοδυτική του γωνία χτίστηκε ψηλό κωδωνοστάσιο. Έπειτα από την κατάληψη της Αθήνας από τους Τούρκους του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητού το 1458, ο Παρθενών μετατράπηκε σε τζαμί, το δέ φραγκικό κωδωνοστάσιο σε μιναρέ. Παρά τις κατά καιρούς αλλαγές και τις καταστροφές που υπέστη, το κτίριο διατηρούσε ως τον 17ο αι. την αρχιτεκτονική του συνοχή και το μεγαλύτερο μέρος του πλαστικού του διακόσμου. Μόλις το 1687, μεσούντος του Β΄ Ενετο-τουρκικού πολέμου, οβίδα του πυροβολικού του Morosini έπεσε στον Παρθενώνα, όπου οι Τούρκοι είχαν εγκαταστήσει πυριτιδαποθήκη, προξενώντας την ανατίναξη του ναού και εκτεταμένες καταστροφές στο γλυπτό του διάκοσμο.



Μάλιστα, ο Μοrosini απέσπασε από το ναό λίγα γλυπτά και κατέστρεψε πολλά στην προσπάθειά του να αφαιρέσει κάποια. Στις αρχές του 19ου αι. ο Άγγλος πρεσβευτής της Αγγλίας στην Υψηλή Πύλη λόρδος Thomas Bruce Elgin, έχοντας στα χέρια του σουλτανικό φιρμάνι, επιδόθηκε σε τεράστιας έκτασης απαγωγή των γλυπτών του ναού, απογυμνώνοντάς τον ακόμα περισσότερο από τον πλαστικό του πλούτο. Σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους (1833), ο Παρθενών απαλλάχθηκε από τα ερείπια που τον περιτριγύριζαν και το 1844 κατεδαφίστηκε το τουρκικό τζαμί. Έκτοτε άρχισαν σταδιακά οι πρώτες αναστηλώσεις του ναού, που βαθμιαία έδωσαν τη θέση τους σε συστηματικές εργασίες για τη συντήρηση του μνημείου έως και τις μέρες μας.



Κλείνοντας κάπου εδώ αυτήν την έρευνα, συνεχίζω ιδιαίτερα προβληματισμένος για όσα ανακάλυψα, όσα διάβασα, όσα συνδύασα στο μυαλό μου... Αναφορικά με το χθες αλλά και με τις προεκτάσεις του σήμερα.
Δεν θα πάψω ποτέ να ανατριχιάζω στην Θέα της Ακρόπολης, γεγονός καθόλου τυχαίο. Ντρέπομαι απίστευτα που θα ομολογήσω πως έχω σταθεί μία και μόνη φορά ακριβώς μπροστά από τον Παρθενώνα πάνω στην Ακρόπολη. Δυστυχώς δεν είμαι ο μόνος, απλά ανήκω στην συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων...
Και είναι πολύ λυπηρό να φερόμαστε έτσι σε σχέση με ένα από τα Εθνικά μας Σύμβολα. Σε σχέση με ένα από τα κομμάτια του Είναι μας ως Έλληνες.
Όπως κρίμα και ντροπή είναι η ημιμάθεια. Κανείς δεν μας είπε ποτέ ότι η Παναγιά η Αθηνιώτισσα δεν είναι ξωκλήσι στον Υμμητό, αλλά ήταν κάποτε η κατάντια του Παρθενώνα!

Δεν είναι κακό να λέμε αλήθειες....



ΠΗΓΕΣ:
eTwinning
Geocities - Παρθενών
Funel Images

No comments:

Post a Comment