May 29, 2009

Κωνσταντινούπολη, Τρίτη 29 Μαΐου 1453 - Το Τέλος



Σαν σήμερα, πριν από 556 χρόνια ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ' ο Παλαιολόγος έπεφτε νεκρός στα ρημαγμένα από τους κανονιοβολισμούς τείχη της "Βασιλεύουσας". Λίγες στιγμές αργότερα, ο Οθωμανός Μωάμεθ Β' (Μεχμέτ), ο λεγόμενος και πορθητής, παρελαύνει θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη, εισβάλλει με το άλογό του μέσα στον ναό της Αγίας Σοφίας και αφήνει τις ορδές των Οθωμανών να λεηλατήσουν και να καταστρέψουν ότι έβρισκαν μπροστά τους για 3 μερόνυχτα, καθώς λέγεται.

Ποια είναι η αξία άραγε της επετείου αλώσεως της Κωνσταντινούπολης για τον σύγχρονο Έλληνα και την
νεοελληνική κοινωνία του 2009; Ποια εκδοχή της ιστορίας έχει λάβει επίσημη θέση και ποιες είναι οι "άγνωστες" ιστορικές πραγματικότητες;



Το ιστολόγιο αυτό αγαπά οτιδήποτε ενυπάρχει στον ανθρώπινο γενετικό κώδικα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και στο "DNA" μας βρίσκεται χαραγμένη η συνταρακτική στιγμή της πτώσης της Πόλης, όσων προηγήθηκαν και όσων ακολούθησαν... Τότε που άλλαξε η παγκόσμια ιστορία, πόσο μάλλον η ελληνική. Είμαστε εδώ σήμερα ως Νεοέλληνες, στην συγκεκριμένη χώρα και με την συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση και πολιτισμό λόγω κάποιων ημερομηνιών [480 π.Χ., 146 π.Χ., 1453, 1821, 1922]... Αν μη τι άλλο η αυτογνωσία μας κάνει καλύτερους, μέσα από της σφαιρική θέαση και μελέτη των γεγονότων, την κριτική σκέψη, την νηφαλιότητα και την προσεχτική σύνδεση με το σήμερα. Την σύνδεση με τον εαυτό και τα μέσα μας.

Ακολουθεί λοιπόν η παράθεση κάποιων αξιοσημείωτων πληροφοριών σχετικά με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και την ευρύτερη περίοδο, με γνώμονα την αλήθεια και την "αυτογνωστική" γνωριμία μας με το παρελθόν:

- Ας γίνει μια καλή αρχή βάζοντας τα πράγματα στην θέση τους. Όλοι έχουμε ακούσει την φράση "Την Ρωμιοσύνη μην την κλαις..", καθώς και τους προσδιορισμούς Ρωμιός και Ρωμιά που χαρακτηρίζουν εμάς τους Έλληνες. Αντίθετα οι όροι "Βυζαντινός - Βυζάντιο" ξενίζουν. Και πως θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αφού είναι ονόματα φτιαχτά, ψεύτικα. Ουδέποτε υπήρξε κράτος / αυτοκρατορία που να λεγόταν "Βυζάντιο"!



Σημειώστε πως από το έτος 146 π.Χ. που οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τους Έλληνες, μέχρι το 1453 μ.Χ. η γεωγραφική έκταση που καταλαμβάνει σήμερα η Ελληνική δημοκρατία αποτελούσε τμήμα του "IMPERIUM ROMANUM" ή στα ελληνικά "Βασιλεία τῶν Ῥωμαίων". Οι πολίτες της αυτοκρατορίας λέγονταν Ρωμαίοι, εξ ου και Ρωμιός / Ρωμηός. Ήταν άλλωστε ένα από τα τρία ονόματα [Έλλην, Γραικός, Ρωμιός] που "πάλεψαν" σκληρά μεταξύ τους στα τέλη του 18ου αι, αρχές 19ου, για το πιο θα επικρατήσει, ώστε να ονοματιστεί έτσι το γένος μας. Δεν σας κρύβω πως κάλλιστα θα μπορούσαμε να λεγόμαστε σήμερα Ρωμιοί ή Γραικοί, επίσημα!
Αφού όμως ΒΥΖΑΝΤΙΟ δεν υπήρξε ποτέ, πως προκύπτει η ονομασία αυτή; Οι ιστορικοί της δύσης, κατά τους αιώνες 16ο - 19ο κατέληξαν, για τους δικούς τους λόγους, να εφέυρουν την λέξη Βυζαντινός [Βυζάντιο λεγόταν η αποικία των αρχαίων Μεγάρων που ιδρύθηκε το 667 στα στενά του Βοσπόρου, μέχρι ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος μεταφέρει εκεί την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και δώσει στην εξωραϊσμένη πόλη το όνομά του] για να περιγράψουν την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στην υπερχιλιετή παρουσία της στον χρόνο. Νομίζω δεν έχει ξαναγίνει τέτοιου είδους ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΙΑ κράτους και άγνωστο γιατί, οι Έλληνες υιοθετήσαμε ανεπιφύλαχτα τον όρο αυτό.
Πριν το 1453, οι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως αποκαλούσαν το κράτος τουςῬωμανία ή Ῥωμαΐς, θεωρώντας το συνέχεια του κράτους του Ιουλίου Καίσαρα. Οι δυτικοί συχνά την αποκαλούσαν Ελληνική Αυτοκρατορία, ενώ ο ισλαμικός κόσμος χρησιμοποιούσε το روم Rûm [εκ του Ρώμη (βλ. Ρούμελη)].
Η αγγλική έκδοση της Wikipedia αναφέρει χαρακτηριστικά: "The term "Byzantine Empire" is an invention of historians and was never used during the Empire's lifetime". Και συνεχίζει: "Στην πραγματικότητα, ο όρος "βυζαντινός" είναι ένας νεολογισμός τον οποίο χρησιμοποίησε στα 1562 για πρώτη φορά ο ιστορικός Ιερώνυμος Βολφ (Hieronymus Wolf, 1516-1580), τότε βιβλιοθηκάριος και γραμματέας στον οίκο των ισχυρών τραπεζιτών Fugger στην Αυγούστα (Augsburg). Ο Βολφ, ο οποίος επέδειξε μεγάλο ζήλο τόσο για τους Βυζαντινούς όσο και για τους κλασικούς συγγραφείς, είδε τη βυζαντινή ιστορία ως ένα ιδιαίτερο και ανεξάρτητο τμήμα της γενικής ιστορίας και συνέλαβε την ιδέα ενός Corpus Historiae Byzantinae (Σώμα βυζαντινής ιστορίας) που θα περιλάμβανε έργα Βυζαντινών ιστορικών από την εποχή του Κωνσταντίνου του Μέγα, μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Κατόπιν, τον όρο "βυζαντινός" τον καθιέρωσε ένας πολύ σημαντικός Γάλλος λόγιος και εκδότης, ο Ιησουίτης Φίλιππος Λαμπέ (Philippe Labbe, 1607-1667), ο οποίος προλογίζει το δικό του σώμα κειμένων βυζαντινής ιστορίας, με τις λέξεις: "De Byzantinae historiae scriptoribus...". Όταν εκδόθηκε ο πρώτος τόμος αυτής της συλλογής, δημοσίευσε μια έκκληση προς όλους τους λάτρεις της βυζαντινής Ιστορίας, με την οποία τόνιζε τη σημασία της ιστορίας της Ανατολικής Ελληνικής Αυτοκρατορίας "της τόσο εκπληκτικής σε γεγονότα, τόσο δελεαστικής σε ποικιλία και τόσο αξιόλογης για τη μακροχρόνιά της διάρκεια".
[Συνειρμικά, ας αναφερθεί ότι οι ισπανόφωνοι κάτοικοι της Αμερικανικής Ηπείρου, όντας οι ίδιοι Αμερικάνοι, αποκαλούν τους κατοίκους των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής ως "estadounidenses", [= Ηνωμενοπολίτες] και όχι Αμερικάνους.]

- Η σημαία ή λάβαρο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας διαφοροποιήθηκε αρκετά στο πέρασμα των αιώνων. Έτσι, με πρωτεύουσα την Ρώμη το έμβλημα της αυτοκρατορίας ήταν το εξής:

                           
Αιώνες αργότερα, και όταν ο πολιορκημένος Βασιλιάς των Ρωμαίων, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μαχόταν κατά των Οθωμανών, οι σημαίες της αυτοκρατορίας είχαν ως εξής:



- Παρά το γεγονός ότι το Ανατολικό και το Δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, είχαν αποτελέσει μέρη του ίδιου κράτους, της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι, ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Λατίνους της Δύσης, υπήρξε μια διαρκής αντιπαράθεση, η οποία κατά τη διάρκεια της Τέταρτης Σταυροφορίας κορυφώθηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, το έτος 1204. Ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, η αποξένωση και, στη συνέχεια, η αμοιβαία εχθρότητα των δύο κόσμων ήταν τόσο μεγάλη, που είχε ως συνέπεια, οι Δυτικοί να παρακολουθήσουν με πλήρη σχεδόν αδιαφορία την πτώση της ανατολικής αυτοκρατορίας. Στην πραγματικότητα, ακόμα και το όνομα της "Βυζαντινής Αυτοκρατορίας", μαρτυρεί μια μακραίωνη έχθρα και υποτίμηση. Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να φανταστεί ότι η δυτική ιστοριογραφία, θα επινοούσε το πρωτοφανές όνομα "Βυζάντιο", συσχετίζοντας τη Νέα Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, απλώς με μια αρχαία ελληνική αποικία, προκειμένου να αποσυνδέσει το ανατολικό τμήμα από την αυτοκρατορική παράδοση και να περιγράψει με τον τρόπο αυτό, την άλλοτε κραταιά Αυτοκρατορία, που αυτοπροσδιοριζόταν ως μοναδικός κληρονόμος της αυτοκρατορικής Ρώμης. Παρά τις θετικές, αρχικές προσπάθειες κάποιων δυτικών ιστοριογράφων, η μακρά παράδοση αδιαφορίας, έλλειψης κατανόησης και παρεξηγήσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές, οδήγησε σε μια νοοτροπία γκετοποίησης της Βυζαντινής ιστοριογραφίας. Είναι βέβαιο ότι, το πλέον προβεβλημένο γεγονός, ως άξονας διαφοροποίησης των δύο πλευρών είναι το Σχίσμα των δύο εκκλησιών, Ορθόδοξης και Ρωμαιοκαθολικής, όμως, μιλώντας σήμερα για Βυζάντιο και Δυτικό Μεσαίωνα, αναφερόμαστε στην πραγματικότητα σε δύο διακριτά, όχι μόνο θρησκευτικά, αλλά και ιστορικά και πολιτιστικά μεγέθη, τα οποία περιγράφουν, αυτονόητα και φυσικά, δύο διαφορετικούς τρόπους σκέψης και ύπαρξης με ρίζες ιστορικές. Η μοιρασμένη στα δύο, αυτοκρατορία, από τον Θεοδόσιο Α' το 395, ορίζει και γεωγραφικά, ως ένα βαθμό, τις δύο μεσαιωνικές δυνάμεις. Ο όρος Μεσαίωνας, που "επινοήθηκε για να στιγματίσει μια χιλιετία πνευματικής καθυστέρησης και κοινωνικής αδικίας, όπως τη θεωρούσαν κάποτε οι ιστορικοί" της Αναγέννησης, ξεκινά, σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς, από το έτος 476 μ.Χ., έτος κατάρρευσης της ρωμαϊκής κυριαρχίας στο δυτικό τμήμα της Αυτοκρατορίας λόγω της επικράτησης των γερμανικών φύλων και φτάνει μέχρι την ιταλική Αναγέννηση, τον 15ο αιώνα.

-

 Στον τομέα της γλώσσας, αν και από τον 2ο π.Χ. αιώνα, η χρήση της ελληνικής είναι διαδεδομένη ακόμα και στη Ρώμη, που είναι διαποτισμένη από τον ελληνιστικό πολιτισμό με αποτέλεσμα ο μορφωμένος Ρωμαίος να είναι δίγλωσσος, εν τούτοις, στα τέλη του 2ου αιώνα η Δύση είχε εκρωμαϊστεί σε σημαντικό βαθμό και η γλώσσα της περιοχής του Λατίου έγινε σταδιακά η γλώσσα της Δύσης. Η Λατινική υιοθετήθηκε ακόμη και από τις κατώτερες τάξεις, ενώ τα στρατεύματα που στάθμευαν σε μεγάλο αριθμό στην κεντρική Ευρώπη υπήρξαν δυναμικοί παράγοντες εκλατινισμού, δεδομένου ότι αυτή ήταν η επίσημη γλώσσα του στρατού, αλλά και η κοινή γλώσσα συνεννόησης των ετερόγλωσσων στρατιωτών. Στην Ανατολή, την ίδια εποχή, η ελληνική είχε το καθεστώς επίσημης γλώσσας και η Ρώμη αποδέχθηκε ότι ήταν μάταιο να προσπαθήσει να επιβάλει εκεί τη λατινική. Έτσι, οι κάτοικοι αυτών των περιοχών δεν βρέθηκαν ποτέ στην ανάγκη να μάθουν τη λατινική γλώσσα, ενώ, σπάνια επιδίωκαν να κατακτήσουν κάποια παιδεία διαφορετική από την ελληνική, γιατί θεωρούσαν τη δική τους πολύ ανώτερη από τη λατινική. Η απόσταση ανάμεσα στους δύο κόσμους αρχίζει να μεγαλώνει με την κρίση του ρωμαϊκού κόσμου κατά τον 3ο αιώνα. Πολύ πριν από την πτώση της Ρώμης, τόσο το εμπόριο όσο και οι πόλεις βρίσκονταν σε μια πορεία παρακμής. Οι βαρβαρικές επιδρομές σαρώνουν την αντίσταση των ακραίων φρουρών, καταπατούν τα δυτικά αυτοκρατορικά εδάφη και ανατρέπουν στο πέρασμά τους κάθε οργανωμένη και συγκροτημένη ζωή. Στις πόλεις, η αποδιοργάνωση, η ερήμωση και η φτώχεια προκαλούν χάος, ενώ ο πολιτισμός και η κουλτούρα διατηρούν μια αβέβαιη ύπαρξη. Μέσα στην ατμόσφαιρα αυτή, το ναυάγιο της ελληνικής γλώσσας στη Δύση είναι γεγονός: οι δύο πλευρές της αυτοκρατορίας δεν κατανοούν, ούτε διαβάζουν η μία την άλλη, παρά μέσω διερμηνέων και μεταφράσεων. Ήδη από το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα ήταν σπάνιο να βρεθεί καθηγητής ικανός να διδάξει σωστά την ελληνική, ενώ από τον 5ο ως τον 9ο αιώνα, η Δύση έχασε κάθε επαφή με την ελληνική σκέψη, μέσα από τα πρωτότυπα κείμενα.



- Τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως ήταν από τα πλέον προηγμένα αμυντικά συστήματα που κατασκευάστηκαν στην αρχαιότητα. Η ανοικοδόμηση των τειχών ξεκίνησε από τον Κωνσταντίνο Α', με τον Θεοδώσιο Β' να συνεχίζει με νέο σύνολο τειχών, τα οποία απώθησαν γερμανικές / γοτθικές επιθέσεις, στρέφοντάς τες προς δυσμάς, σώζοντας έτσι πρόσκαιρα την Ανατολική Ρωμαική Αυτοκρατορία και αφήνοντάς την να υπερασπίζεται τα σύνορα της Ευρώπης έναντι αναρίθμητων βαρβάρων επιδρομέων για 11 αιώνες. Οι Τούρκοι μπόρεσαν να γκρεμίσουν μέρος των τειχών και να καταλάβουν την Πόλη, μόνο με την χρήση / ανακάλυψη της πυρίτιδας καθώς και των τεράστιων κανονιών. Τα τείχη στις μέρες μας έχουν αναστηλωθεί.

-

Το αυτοκρατορικό έμβλημα ήταν ο δικέφαλος αετός, με την αριστερή πλευρά να συμβολίζει την Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την δεξιά την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κάποιες φορές απεικονιζόταν με τον σταυρό και μια σφαίρα/υδρόγειο στα νύχια, σύμβολο πνευματικής και κοσμικής εξουσίας. Τα 4 Βήτα στην ασπίδα αντιστοιχούν στην φράση "Βασιλεύς Βασιλέων Βασιλεύων Βασιλεύσιν".

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν το τελευταίο οχυρό του Χριστιανισμού στη Μικρά Ασία και ένα από τα κύρια εμπορικά κέντρα στον κόσμο. Βοήθησε την Δυτική Ευρώπη στο να αμυνθεί και να μην αντιμετωπίσει την ισλαμική εξάπλωση. παρείχε ισχυρό σταθερό χρυσό νόμισμα στον Μεσογειακό χώρο, επηρέασε και ενέπνευσε τη νομοθεσία, το πολιτικό σύστημα και τα ήθη και έθιμα της Ευρώπης και Μέσης Ανατολής. Μπόρεσε να διατηρήσει τμήμα της λογοτεχνίας και επιστημονικής γνώσης της αρχαίας Ελλάδος, Ρώμης και πολλών άλλων πολιτισμών.
Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, η νεοανακαλυφθήσα λέξη"Βυζαντινό" είχε γίνει συνώνυμο της εξαπάτηση, υπερβολικά πολύπλοκων ή περίτεχνων μηχανορραφιών και ίντριγκας, λόγω ορισμένων ιστορικών όπως ο Γίββων [Gibbon] που χαρακτήρισε τους διαδόχους του Ιουστινιανού και του Ηράκλειου ως μια σειρά από φαύλα ανδρείκελα / ανθρωπάκια. Αργότερα, οι ιστορικοί έδωσαν στην αυτοκρατορία μια πιο ισορροπημένη ανάλυση, λαμβάνοντας υπόψη τις χιλιάδες προκλήσεις που αντιμετώπισε και την ικανότητά της να επιβιώσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.


- Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Ρωμαίων βασιλεία ή Ρωμανία), για την οποία καθιερώθηκε αργότερα στην Ευρώπη το όνομα Βυζάντιο, κράτησε πάνω από 11 αιώνες, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αιώνες παρακμής (St. Runciman). Γι' αυτό ακριβώς το Βυζάντιο έγραφε ο Βολταίρος, αφού προηγουμένως είχε σχολιάσει τις μυθοπλασίες Ιστοριογράφων για τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία: «Υπάρχει ωστόσο και μία άλλη Ιστορία ακόμα πιο γελοία. Είναι η Ιστορία του Βυζαντίου. Μία εντελώς ανάξια συλλογή πομπωδών ρητορειών και θαυμάτων και τίποτε άλλο. Είναι το όνειδος του ανθρώπινου πνεύματος, όπως ακριβώς ήταν το όνειδος της γης η Βυζαντινή Αυτοκρατορία.» (Voltaire: «Le Pyrrhonisme de l' Histoire par un Bachelier en Theologie», 1768, Chapitre XV.). Μέχρι που κατέρρευσε οριστικά το 15ο αιώνα αυτό το πολυφυλετικό και πολυγλωσσικό κράτος, δεν είχε προβληθεί από τις ηγεσίες του μια οποιαδήποτε αξιοσημείωτη πρόταση πολιτισμού με οικουμενική απήχηση. Αυτή η υψηλή αξίωση δεν είναι υπερβολική αλλά εύλογη, με βάση και την ύστερη γνώση μας, αφενός λόγω της προέλευσης του Βυζαντίου ως διάδοχου πολιτικού σχήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η οποία μέχρι το τέλος της ελληνιστικής περιόδου στηριζόταν στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και, αφετέρου, από το γεγονός ότι η κοσμική και εκκλησιαστική ηγεσία αυτού του κρατικού μορφώματος είχαν κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια να απαξιώσουν τον ελληνικό πολιτισμό και συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα συκοφάντησης και εξαφάνισής του. Θα έπρεπε λοιπόν στη θέση αυτού του πολιτισμού με παγκόσμια απήχηση, του ελληνορωμαϊκού, ο οποίος επηρεάζει μέχρι σήμερα τις επιστήμες, τις τέχνες και τα γράμματα, να είχε κατατεθεί μία νεότερη και, αν όχι ανώτερη, τουλάχιστον ισοδύναμη πρόταση πολιτισμού! Αντ' αυτού, το Βυζάντιο συνέβαλε στην παγκόσμια Ιστορία με συνεχείς θεολογικές διαμάχες γύρω από τη «σωστή πίστη και διδασκαλία» που είχαν όλα τα γνωρίσματα ομφαλοσκοπήσεων (βυζαντινισμοί), αφενός με απίστευτα δείγματα βαρβαρότητας και εμπάθειας κατά τους διωγμούς των εθνικών, των αιρετικών, των αντιφρονούντων, των εχθρών ή και απλώς των αντιπάλων και συγγενών κατά τις περισσότερες διαδοχές του θρόνου και, αφετέρου, με προγραφή κάθε ελεύθερης και ανεξάρτητης σκέψης. Έτσι, καμιά δημιουργία αυτής της χιλιετίας δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί -και φυσικά δεν έγινε αποδεκτή- ως πρόταση πολιτισμού (Γ. Κουμάντος: «Προτάσεις Πολιτισμού»).
Σε μια άλλη αποτίμηση της προσφοράς του υπερχιλιετούς βυζαντινού κράτους στον πολιτισμό και ειδικότερα στα γράμματα, αναφέρεται ότι οι Βυζαντινοί «διέσωσαν στα σκοτεινά scriptoria ένα μεγάλο μέρος από την αρχαιοελληνική γραπτή παράδοση αλλά και ενσωμάτωσαν τους Σλάβους της καθ' ημάς Ανατολής στον κόσμο του γραπτού πολιτισμού.» (Φ. Μαλιγκούδη: «Η τρίτη αυτοκρατορία»). Και ως προς την ενσωμάτωση των Σλάβων, αυτή έγινε σε ανταγωνισμό με τους Δυτικούς - οι Βυζαντινοί στην Ανατολή, οι Φράγκοι στη Δύση. Γι' αυτό και το διαφορετικό αλφάβητο που χρησιμοποιούν οι σλάβικοι λαοί - παραλλαγή του ελληνικού οι ανατολικοί, λατινικό οι δυτικοί Σλάβοι. Κατά τα λοιπά όμως, η προσφορά στα γράμματα των Βυζαντινών περιορίζεται, κατά την άποψη του διακεκριμένου ερευνητή, στη «διάσωση της αρχαιοελληνικής γραπτής παράδοσης»: δημιουργοί πολιτισμού και παράδοσης οι Αρχαίοι (οι οποίοι επίσης είχαν διαδώσει το αλφάβητο και τη γραφή που οι ίδιοι δημιούργησαν, σε πολλούς λαούς), βιβλιοθηκάριοι και συντηρητές συγγραμμάτων οι Βυζαντινοί. Οι διαχειριστές της πολιτισμικής κληρονομιάς του Ελληνισμού έφτασαν μέχρι το επίπεδο του βιβλιοθηκονόμου... Αυτός ο φτωχός απολογισμός τεκμηριώνεται εξ άλλου και με το διαρκώς μειούμενο μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού και το γενικότερο πολιτισμικό επίπεδο της βυζαντινής κοινωνίας.

Οι λόγοι που έγινε η αυτοκρατορία εύκολη λεία των ορδών της 4ης σταυροφορίας είναι προφανείς: η προϊούσα κρατική αποσύνθεση ενεθάρρυνε κάθε εχθρό που εποφθαλμιούσε τη διαμοίραση των βυζαντινών εδαφών. Στην περίπτωση των Λατίνων υπήρχε και η παραδοσιακή αντιπαλότητα για οικονομικούς και εκκλησιαστικούς λόγους. Κάθε πλευρά θεωρούσε την άλλη «σχισματική» και «αιρετική», αν και αυτό που ενδιέφερε πρωτίστως ήταν ο έλεγχος της αγροτικής παραγωγής και του εμπορίου, όπως συνέβαινε και με τους Βυζαντινούς όσο κατείχαν τη Νότια Ιταλία. Οι ηγέτες του Βυζαντίου σχεδόν αδιαφόρησαν για τον κίνδυνο που αποτελούσαν τα συγκεντρωμένα στρατεύματα της 4ης σταυροφορίας, ο μισθοφορικός στρατός που θα μπορούσε να αμυνθεί, ήταν σχεδόν διαλυμένος, αφού οι εύπορες οικογένειες που τον συντηρούσαν είχαν πάψει να τον χρηματοδοτούν. Ο πατριωτισμός κάποιων παλαιότερων εποχών είχε εκλείψει και οι «δυνατοί» επεδίωκαν συμβιβασμούς με τους εξωτερικούς εχθρούς για να σταθεροποιήσουν την εξουσία της οικογένειάς τους. Η αυτοκρατορία βρισκόταν σε φάση συγκρούσεων μεταξύ των εύπορων στρωμάτων και των λαϊκών μαζών, των μεγαλοκτηματιών και των καλλιεργητών, της γραφειοκρατίας και του αστικού πληθυσμού. Η πτώση της αυτοκρατορίας στα χέρια των Λατίνων ήταν λοιπόν αποτέλεσμα καταστάσεων που προϋπήρχαν του συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος και σχετίζεται με την ατμόσφαιρα της διάλυσης, με το αίσθημα του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» (Κρεμμυδάς Β. - Πισπιρίγκου Φ.: «Ο μεσαιωνικός κόσμος»). Οι Λατίνοι εκμεταλλεύτηκαν αυτές τις καταστάσεις και αξιοποίησαν αρχικά κάποιες κοινωνικές ομάδες που τους δέχτηκαν με ανακούφιση. Στη συνέχεια αποδείχθηκε βέβαια ότι ήταν κατακτητές και όχι σωτήρες ή αναμορφωτές. Λεηλάτησαν περιουσίες και πνευματικούς θησαυρούς, όσους δεν κατέστρεψαν, οργάνωσαν βιαίως ένα φεουδαρχικό κράτος, κατάργησαν το πατριαρχείο για να εκλείψει κάθε θρησκευτική διαφωνία, δήμευσαν περιουσίες και τις διαμοίρασαν σε δικούς τους παράγοντες, κατέλαβαν όλες τις θέσεις στην οικονομία και στο εμπόριο και άλλα πολλά. Αποτέλεσμα ήταν να συσπειρώσουν όλο το λαό εναντίον τους.

Η ανακατάληψη της Πόλης και η εγκατάσταση σ' αυτή του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου (1225-1282), μετά από σχεδόν εξήντα χρόνια (1261), δεν οδήγησε όμως στη συγκρότηση ενός ισχυρού κεντρικού κράτους, με αναπροσανατολισμό της οικονομικής, κοινωνικής και εξωτερικής πολιτικής, αφού οι δομές εξουσίας και διαχείρισης, οι οποίες ήταν και το κύριο αίτιο της παρακμής, παρέμειναν ανέγγιχτες. Ο Μιχαήλ έδωσε «λύση» στις παλιές κοινωνικές συγκρούσεις, ενισχύοντας τους τοπικούς ηγεμόνες και την αριστοκρατία, τους «δυνατούς», σε βάρος των οικονομικά και κοινωνικά χαμηλών στρωμάτων, των αγροτών και των «χειροτεχνάριων» που δούλευαν στις βιοτεχνίες. Και, παρά τις σίγουρα αρνητικές εμπειρίες που δημιούργησε η σχεδόν εξηκονταετής κατοχή της αυτοκρατορίας από τους Λατίνους, διατηρήθηκε η ηγετική θέση των Βενετσιάνων εμπόρων και, επιπλέον, προσκλήθηκαν Πιζανοί και Γενουάτες, στους οποίους επετράπη να εγκατασταθούν στην Πόλη και να αυτοδιοικούνται. Αυτές οι εμπορικά δραστήριες κοινότητες πήραν υπό τον έλεγχό τους όλο το εμπόριο της αυτοκρατορίας και σταδιακά είχαν αποφασιστική επιρροή στην οικονομική αλλά και στην πολιτική ζωή της.
Μερικοί συγγραφείς διατυπώνουν στις αρχές του 21ου αιώνα την άποψη ότι η «λατινική κατάκτηση» προκάλεσε όλη την παρακμή στο βυζαντινό κράτος, από την οποία δεν συνήλθε αυτό ποτέ πλέον και, μοιραία, υπετάγη στην ανερχόμενη δύναμη από τη Μικρά Ασία. Κύριος στόχος αυτών των συγγραφέων φαίνεται, όμως, να είναι η υποκατάσταση της δικαιολογίας για την οπισθοδρομικότητα και ανεπάρκεια του σύγχρονου ελληνικού κράτους, η οποία δικαιολογία εκφραζόταν στη διάρκεια του 20ου αιώνα και από επίσημα χείλη με τα «400 χρόνια τουρκοκρατίας», με μια νέα «εθνική δικαιολογία» για την όποια «ευθύνη της Δύσης», γενικά και αφηρημένα, η οποία Δύση καθήλωσε την Ανατολή, πάνω που αυτή δήθεν ήταν έτοιμη να αναπτύξει τη δική της «Αναγέννηση». Και στις δύο περιπτώσεις υπόβαθρο αυτού το τρόπου σκέψης είναι να εντοπιστεί ένας υπαίτιος έξω από τους εξουσιαστικούς και εκμεταλλευτικούς μηχανισμούς του Βυζαντίου, οι οποίοι στην απληστία και αλαζονεία τους οδήγησαν το κράτος στην παρακμή. Κατά βάσιν, αυτοί οι συγγραφείς επιδιώκουν να τεκμηριώσουν αναχρονικά την αντιπάθειά τους για τη «Δύση» γενικά και ελέγχονται στη μεγάλη πλειοψηφία τους από εκκλησιαστικούς κύκλους. Έτσι, αφενός παραβλέπουν όλα τα άλλα αίτια κατάπτωσης που αναφέρθηκαν προηγουμένως και την απουσία κάθε σοβαρής προσπάθειας για αντιστροφή της καθοδικής πορείας, αφετέρου αποσιωπούν το ρόλο του εκκλησιαστικού μηχανισμού που μεθοδευμένα και ιδιοτελώς δημιούργησε αργότερα ατμόσφαιρα λαϊκής εχθρότητας προς της Δύση και αποδοχής για τους Οθωμανούς.
Με την ήττα των Βυζαντινών στον Βαφέα το έτος 1302 παγιώθηκε το οθωμανικό πριγκιπάτο του Οσμάν στη Μικρά Ασία. Αυτό το πριγκιπάτο εξελίχθηκε σταδιακά, με τουρκική στρατιωτική διοίκηση και περσική θρησκευτική ηγεσία, σε αυτοκρατορία, την οθωμανική, που κυριάρχησε, με διακυμάνσεις ισχύος, επί σχεδόν επτά αιώνες. Ως «λαός» προέκυψε κυρίως το σύνολο τoυ εξισλαμισμένου πλέον μικρασιατικού πληθυσμού των μικροκαλλιεργητών, οι οποίοι μέχρι τότε πιέζονταν ταυτόχρονα από τους «δυνατούς» μεγαλογεωκτήμονες και από τις επιστρατεύσεις στα στρατεύματα του Κράτους. με την προσχώρηση στη διοίκηση και τη θρησκεία της νέας εξουσίας, συμμετείχαν πλέον οι διαρκώς παραμελημένοι πληθυσμοί και στα ωφελήματα που προσέφερε αυτή η εξουσία.


Μετά από ολέθριους εμφύλιους πολέμους στη δεκαετία του 1320 μεταξύ παππού και εγγονού Ανδρόνικου και στη διάρκεια αντίστοιχων εμφυλίων, μετά το έτος 1340, μεταξύ του Μεγάλου Δομέστικου Καντακουζηνού και του (τότε) ανήλικου αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου, καλούνται ακριβώς αυτοί που απειλούσαν το Βυζάντιο να συμβάλουν στην έκβαση της εμφύλιας διαμάχης. Ο Καντακουζηνός, μετέπειτα αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ', ηγέτης των «δυνατών» στην Πόλη και διεκδικητής του θρόνου, καλεί για ενίσχυσή του τους Οθωμανούς, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν κοντά στην Καλλίπολη. έκτοτε βρίσκονται οι Τούρκοι στη βαλκανική χερσόνησο! O ανήλικος αυτοκράτωρ Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος και οι υποστηρικτές του, ο αντιβασιλέας Αλέξιος Απόκαυκος (...-1345) και ο οικουμενικός πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας (1282-1347) καλούν προς ενίσχυση των βασιλικών στρατευμάτων, ως αντίβαρο προς τους Τούρκους, τους Σέρβους και Βουλγάρους, οι οποίοι επωφελούνται από την εμφύλια διαμάχη και συνεχίζουν να αποσπούν, περίπου ανενόχλητοι, εδάφη και πληθυσμούς από την αυτοκρατορία. Σ' όλα αυτά προστίθεται και ο λοιμός (πανούκλα) που έπληξε το 1347 την Πόλη, αποδεκατίζοντας πάνω από το μισό πληθυσμό της. Η 50ετία της καταστρεπτικής βασιλείας του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου (1341-1391 με διάφορες διακοπές) ανέδειξε τη βαθειά παρακμή του βυζαντινού χώρου, όπου οι Τούρκοι είχαν αποκτήσει πλέον επιρροή στην επιλογή του αυτοκράτορα και στην πολιτική του.
Ο Ιωάννης Ε' προσπαθούσε αρχικά να προωθήσει συμμαχίες στη Βαλκανική και τη Δύση για τον περιορισμό αυτής της τουρκικής επιρροής και μετέβη γι' αυτό το λόγο ο ίδιος δύο φορές στη Δύση (1369 και 1371), με στόχο να ζητήσει βοήθεια εναντίον των Τούρκων, προσφέροντας ως αντάλλαγμα την ένωση των Εκκλησιών και την αναγνώριση του παπικού πρωτείου. Όταν οι προσπάθειες του Ιωάννη Ε' να προσεταιριστεί τον πάπα δεν έφεραν αποτελέσματα, μεταστράφηκε ο ίδιος σε «φιλότουρκο», προκαλώντας νέες τραγικές περιπέτειες για το Κράτος: το έτος 1390 υπέδειξε στους κατοίκους της Φιλαδέλφειας να παραδώσουν την πόλη στο στρατό του Βαγιαζήτ Α' και, όταν αυτοί αρνήθηκαν, εξεστράτευσε εναντίον τους για να επιβάλει στους υπό κατάκτηση και εκτουρκισμό ατίθασους Φιλαδελφείς τις συμφωνημένες σε υψηλό επίπεδο «φιλικές σχέσεις» με τους Τούρκους (Παπαρρηγόπουλος, Καρολίδης). Η περίοδος αυτή σφραγίζεται από μία υποβάθμιση, απ' τη μια μεριά κοινωνικο-πολιτική κρίση που αποτελεί δείγμα αποδιοργάνωσης και αποσύνθεσης κι από την άλλη συγκρούσεις θρησκόληπτων παρατάξεων, εμπλουτισμένες με εκατέρωθεν αναθεματισμούς και εξοστρακισμούς, με λαϊκές εξεγέρσεις και συνωμοσίες μοναχών και με κύριο προσχηματικό θέμα αντιδικίας τη φύση και τις ενέργειες του θεού. Βέβαια, ήδη εκείνη την εποχή ουδείς αμφέβαλε ότι οι συγκρούσεις αφορούσαν αποκλειστικά την κατάκτηση και τον έλεγχο της εξουσίας και σ' αυτή απέβλεπαν αμφότερες οι παρατάξεις και καθένας από τους ηγέτες ιδιαιτέρως. Οι Ζηλωτές ήταν εκφραστές του λαού, οι Ησυχαστές σύμμαχοι των«Δυνατών», των πλουσίων, αμφότερες οι πλευρές όμως χωρίς συγκεκριμένους απώτερους πολιτικούς ή άλλους «υψηλούς» στόχους. Το 1342 προσπαθεί ο εξουσιομανής Καντακουζηνός να καταλάβει πραξικοπηματικά τη Θεσσαλονίκη με την βοήθεια Σλάβων μισθοφόρων. Οι Ζηλωτές ξεσηκώνονται και, μέσα από λεηλασίες και φόνους, με την βοήθεια των συντεχνιών, των ναυτικών και των εμπόρων, δηλαδή το «δήμο», όπως αποκαλούνται στις πηγές απαξιωτικά τα φτωχά λαϊκά στρώματα, αποκρούουν την επίθεση και καταλαμβάνουν αυτοί την εξουσία στην πόλη. Αμέσως προχωρεί η νέα εξουσία, αποστασιοποιημένη και από την Κων/πολη όπου κυβερνούσε ο μακρόβιος αλλά απελπιστικά ανεπαρκής Ιωάννης Ε΄, σε μεγάλες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, δημεύει τις περιουσίες των πλουσίων και με τα χρήματα δημιουργεί ισχυρό στόλο, ενώ τα εκκλησιαστικά κτήματα μοιράζονται στους άκληρους και φτωχούς κατοίκους. Η Θεσσαλονίκη οργανώνεται ως αυτόνομη πόλη και ίσως είναι η μοναδική φορά στη μεσαιωνική ιστορία που βρίσκονται στην πρωτοπορία των κοινωνικών αγώνων ορθόδοξοι μοναχοί - προφανώς ένα «έγκλημα» κατά του εκκλησιαστικού μηχανισμού!
Το καλοκαίρι του έτους 1343 πραγματοποίησε ο Καντακουζηνός μια δεύτερη προσπάθεια για κατάληψη της Θεσ/νίκης, έχοντας επιπλέον και τη συνδρομή του Τούρκου συμμάχου του Ομούρ, εμίρη του Αϊδινίου, ο οποίος κατέπλευσε από την Ασία με σημαντική στρατιωτική δύναμη. Και αυτή η προσπάθεια απέτυχε όμως και έτσι παραμένει η εξουσία των Ζηλωτών για μερικά χρόνια. Το έτος 1349 επανέρχεται ο Καντακουζηνός, έχοντας αυτή τη φορά μαζί του, εκτός από τους Τούρκους, και την οργανωμένη πλέον υποστήριξη των πλουσίων που είχαν χάσει τις περιουσίες τους υπέρ των άκληρων. Η Θεσ/νίκη κατελήφθη τελικά και μπήκε έκτοτε σε μία μακρά περίοδο παρακμής. Η στρατιωτική επικράτηση του Καντακουζηνού οδηγεί και στην αναρρίχηση του ομφαλοσκόπου Παλαμά στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Θεσ/νίκης. έτσι αποκαταστάθηκε η αγαστή συναλληλία του δίδυμου της βυζαντινής εξουσίας. Οι προαναφερθέντες προσεταιρισμοί Σλάβων και Οθωμανών για την επίτευξη προσωπικών και βραχυπρόθεσμων πολιτικών και στρατιωτικών στόχων, αλλά και οι εμφύλιες διαμάχες του 14ου αιώνα για κατάκτηση πλούτου και για θεολογική επιβολή σε αντίπαλες κοινωνικές ομάδες, διεκδικούν συνολικά και αυτοτελώς το χαρακτηρισμό του ιστορικού εγκλήματος και έχουν ως αποτέλεσμα, με την πάροδο των δεκαετιών, την απώλεια της μιας μετά την άλλη τις επαρχίες του βυζαντινού κράτους, ιδίως στη Μ. Ασία, όπου ο πληθυσμός προσχωρεί μαζικά στη νέα εξουσία και στον ισλαμισμό, όπως προαναφέρθηκε (Σπ. Βρυώνης: «Η παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού...»), ενώ η οικονομία της κουτσουρεμένης «αυτοκρατορίας» έχει ήδη περάσει στον έλεγχο των ναυτικών δυνάμεων της Δύσης (Βενετία, Γένοβα, Πίζα). Η πνευματική διαπάλη κατά το 15ο αιώνα συνεχίζει να διαδραματίζεται γύρω από τις νεοπλατωνικές (Πλήθων) και ανανεωτικές ιδέες (Βησσαρίων), που απέβλεπαν στη σύζευξη του αρχαίου ελληνικού πνεύματος με την «Ορθοδοξία». εγχείρημα θνησιγενές από τη σύλληψή του, αφού οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες απαιτούσαν δραστικές ανατροπές και όχι ακαδημαϊκές σκιαμαχίες και, κυρίως, επειδή αποτελούσε (και αποτελεί) ματαιοπονία η προσπάθεια για συνδυασμό και συνύπαρξη σε ένα ενιαίο φιλοσοφικό σύστημα, του ελληνικού ορθολογικού ανθρωποκεντρισμού με τον ανατολικό μεταφυσικό μυστικισμό. Κάποιος οξυδερκής θα μπορούσε να σχολιάσει, βέβαια, ότι η αρχαιοελληνική σκέψη εκδικείτο και ταλαιπωρούσε τους χριστιανούς ηγέτες για τις συκοφαντίες και ύβρεις που της είχαν προσάψει οι πρόγονοι και προκάτοχοί τους από τις ίδιες θέσεις εξουσίας...

                    
CONSTANTINE PALAEOLOGUS HARANGUING THE DEFENDERS OF CONSTANTINOPLE

Book XVI.. Joseph-Francois Michaud .. Illustrated by Gustave Dore


Την ίδια εποχή μαίνεται για άλλη μια φορά στο Βυζάντιο, ιδίως στην Κων/πολη, ένας ιδιότυπος εμφύλιος πόλεμος. Πρόσχημα και μείζον θέμα είναι η επανένωση των Εκκλησιών, μετά το εκκλησιαστικό σχίσμα ορθοδόξων-καθολικών. Το σχίσμα αυτό είχε προκύψει κατά την εποχή της εικονομαχίας από τη διαμάχη για τον έλεγχο της επαρχίας του Ιλλυρικού (περίπου τα σημερινά δυτικά Βαλκάνια) και αναθερμαινόταν όποτε εξυπηρετούσε αυτό κάποια πλευρά. Οι δύο συγκρουόμενες πλευρές, ενωτικοί και ανθενωτικοί, προβάλλουν απίθανες θεολογικές και πολιτικές αιτιολογίες, στην ουσία όμως μοναδικό ζητούμενο είναι η πρωτοκαθεδρία στον εκκλησιαστικό μηχανισμό και ο έλεγχος των πολιτικών εξελίξεων. Υπέρ της επανένωσης των Εκκλησιών και αποδοχής της υποστήριξης κατά των επερχόμενων Οθωμανών είναι ένα μέρος από τις οικογένειες των «δυνατών» (= οικονομική ολιγαρχία), αλλά κυρίως οι λόγιοι που διαβλέπουν, μετά τις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών και αιώνων στη Μ. Ασία, ότι μια υποταγή στους Τούρκους θα σήμαινε οριστική πολιτική και πνευματική καταστροφή. Από την άλλη πλευρά είχε τοποθετηθεί το μεγαλύτερο μέρος των κληρικών, των μοναχών και των κύκλων που συνήθως δημιουργούν αυτοί γύρω τους οι οποίοι, προφανώς μετά από συνεννοήσεις με την οθωμανική πλευρά, απέβλεπαν στη διατήρηση και ενίσχυση της προνομιακής θέσης τους σ' ένα κράτος υπό τούρκικο έλεγχο - όπως και συνέβη στην πραγματικότητα! Μαζί τους είχε ταχθεί ένα άλλο μέρος των «δυνατών», οι οποίοι διέβλεπαν στην οθωμανική υποταγή απαλλαγή από τον οικονομικό έλεγχο των ναυτικών δυνάμεων και διεύρυνση των δικών τους εμπορικών δραστηριοτήτων προς Ανατολάς.



Το σύνθημα της υποτέλειας στους Οθωμανούς είχε δοθεί ήδη από πατριαρχικά χείλη, αυτά του «λαμπρού θεολόγου» Μάρκου Ευγενικού (1392-1444), ο οποίος δήλωνε, όπως αναφέρεται στο βίο του: «... καλύτερα σκλαβωμένα σώματα στους Τούρκους, παρά σκλαβωμένο πνεύμα στον αιρετικό πάπα». Και ο Μέγας Δούκας (πρωθυπουργός) Λουκάς Νοταράς στο ίδιο υπότουρκο πνεύμα:: «Καλύτερα να βασιλέψει στο κέντρο της Πόλης το φέσι των Τούρκων, παρά το λατινικό (παπικό) καπέλο» (Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν). Βέβαια, ο Νοταράς δεν ήταν κληρικός! Η οικογένεια είχε έρθει στην Πόλη από τη Μονεμβασία έναν αιώνα πριν και απέκτησε περιουσία με το εμπόριο παστών ψαριών. Ο ίδιος ο Νοταράς ήταν νεόπλουτος έμπορος και εφοπλιστής, με λογαριασμούς σε τράπεζες της Βενετίας και της Γένοβας, δηλαδή είχε ένα προφίλ που κάθε άλλο παρά θα τον τοποθετούσε στην πλευρά των ανθενωτικών (Τ. Κιουσοπούλου: «Βασιλεύς ή Οικονόμος», βλέπε βιβλιογραφία). Πιθανόν λοιπόν η χαρακτηριστική φράση του για επιλογή της οθωμανικής πλευράς να ήταν αποτέλεσμα μιας καθαρά πολιτικής επιλογής, όταν συνειδητοποίησε την απροθυμία των Δυτικών να βοηθήσουν την Κωνσταντινούπολη και διαπίστωσε ότι ήταν αναπόφευκτο να ακολουθήσει και ο ίδιος τη βέβαιη φορά των πραγμάτων. Φυσικά, στην Ιστορία δεν έμειναν οι όποιοι πιθανοί πολιτικοί συλλογισμοί του Νοταρά αλλά, αφενός η εμβληματική φράση του που προαναφέρθηκε και αφετέρου ο τρόπος που εισέπραξαν, ο ίδιος και η οικογένειά του, το «τούρκικο φακιόλιον». Λίγα χρόνια μετά την άλωση της Πόλης διέταξε ο σουλτάνος τη δολοφονία όλων των μελών της οικογένειας Νοταρά, μάλλον παρεξηγημένος για κάποιες κουβέντες σε ένα γλέντι. Λέγεται ότι διασώθηκε μόνος ένας γιος της οικογένειας, ο οποίος αργότερα έζησε στη Βενετία. Έτσι γνώρισε ο Νοταράς από πρώτο χέρι ή, καλύτερα, από πρώτο σπαθί, τις επιπτώσεις της επιλογής υπέρ των Οθωμανών!


                                 

Ο εκκλησιαστικός μηχανισμός, ο οποίος εκτιμάται ότι είχε έρθει σε συνεννόηση με τους Οθωμανούς μέσω των ελληνόφωνων συμβούλων του σουλτάνου ήδη πριν από την άλωση της Πόλης (Δ.Γ. Αποστολόπουλος: «Χαλίφης αυτοκράτορας- Ρωμιός πατριάρχης», βλέπε βιβλιογραφία), όπως είχαν κάνει εξ άλλου και εκπρόσωποι διαφόρων εθνικών μειονοτήτων που ήταν εγκαταστημένες στην Κων/πολη, παρέσυρε και το λαό σε εχθρική αναμέτρηση με όποιον προσπαθούσε να υλοποιήσει την επανένωση των Εκκλησιών, την οποία επανένωση είχε συνυπογράψει ο βασιλιάς Ιωάννης Παλαιολόγος με τον πάπα. Το μουσουλμανικό δίκαιο προέβλεπε για τις πόλεις που δεν παραδίδονταν, την πλήρη καταστροφή και εξόντωση του πληθυσμού της, κάτι που δεν έγινε στην περίπτωση της Κων/πολης, γιατί η πολεμική σύγκρουση των Οθωμανών αφορούσε το πολιτικό τμήμα της βυζαντινής εξουσίας, ενώ το εκκλησιαστικό τμήμα αποδεχόταν την οθωμανική κυριαρχία με αντάλλαγμα τη διάσωση των προνομίων του. Μέχρι των ημερών μας διατυπώνεται το προφανώς έωλο επιχείρημα ότι η προτίμηση από τον ορθόδοξο εκκλησιαστικό μηχανισμό των Οθωμανών έναντι του πάπα ήταν μονόδρομος, επειδή ο λαός είχε «φρικτές αναμνήσεις» από την κατάληψη της Πόλης από τους Σταυροφόρους κατά το 13ο αιώνα! Ο Ιωάννης Ε' είχε προσφέρει στον πάπα (βλέπε προηγούμενα) δύο φορές την ένωση των Εκκλησιών και την αναγνώριση του παπικού πρωτείου, χωρίς αξιόλογες αντιδράσεις, τόσο από το λαό, όσο και από την Εκκλησία. Τότε όμως οι Τούρκοι βρίσκονταν στην πλευρά του Καντακουζηνού, ενώ τώρα είχαν συμφωνήσει με την Εκκλησία για συνεργασία και διανομή της εξουσίας. Αλλά ούτε εκ του αποτελέσματος δικαιολογείται αυτή η επιλογή, η οποία εξυμνείται μέχρι των ημερών μας από τους διαδόχους των εκκλησιαστικών ηγετών εκείνης της εποχής. Οι αναμνήσεις από τους 4-5 αιώνες κυριαρχίας των Οθωμανών, όπως αυτή η κυριαρχία περιγράφεται στη σχολική εκπαίδευση και έχει παγιωθεί στην κοινή αντίληψη, είναι πολύ περισσότερο από απλά «φρικτές». Παρόλα αυτά εξυμνείται μέχρι των ημερών μας εκείνη η πολιτική επιλογή του εκκλησιαστικού μηχανισμού, με επινόηση φανταστικών διπλωματικών ικανοτήτων και αναφορές σε πολιτισμική ανωτερότητα έναντι των «βαρβάρων» Οθωμανών. Κι αυτές οι μυθοπλασίες από εκπροσώπους ενός μηχανισμού που είχαν φέρει το λαό, μέσα σε μερικούς αιώνες, στο κατώτατο σημείο μορφωτικού και πολιτισμικού επιπέδου. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει, βέβαια, μια ενιαία λογική για να ερμηνευτεί η συμπεριφορά της εκκλησιαστικής ηγεσίας στα χρόνια της οριστικής κατάλυσης του βυζαντινού κράτους, δεδομένου ότι η «εθνικά ορθή» προπαγάνδα χρησιμοποιεί στις ημέρες μας ταυτόχρονα πολλές και αντιφατικές δικαιολογίες για να «περάσει» μέσα από τη σχολική εκπαίδευση την αντίληψη των «επιδέξιων» και «σωτήριων» χειρισμών και να υποβαθμίσει τη σημασία του εκκλησιαστικού δωσιλογισμού κατά το 15ο αιώνα και μετά. Η προδιάθεση του εκκλησιαστικού μηχανισμού για δωσιλογισμό είχε γίνει εξάλλου εμφανής ήδη από το έτος 1372, όταν οι ηγούμενοι των μοναστηριών στον 'Αθω είχαν παρουσιαστεί στον Οθωμανό σουλτάνο, πριν ακόμα εδραιωθεί η τουρκική κυριαρχία στα Βαλκάνια και προσέφεραν την υποταγή τους, ζητώντας ως αντάλλαγμα την επικύρωση των τίτλων ιδιοκτησίας των κτημάτων που είχαν αποκτήσει με διάφορους αδιαφανείς τρόπους (C. Mango: «Βυζάντιο»,).


Αργότερα, το έτος 1424 αντιπροσωπεία Αγιορειτών προσκυνά το σουλτάνο Μουράτ στην Αδριανούπολη και αποδέχεται την υπαγωγή των μοναστηριών στην τούρκικη εξουσία (Υπουργείο Πολιτισμού, Χρονολόγιο Αγίου Όρους). Αν και υπήρξαν στην εποχή της τουρκοκρατίας διάφορες δημεύσεις στην ακίνητη περιουσία τους, πολλές από τις σημερινές διεκδικήσεις των αθωνικών μονών σε αγροτικές και άλλες εκτάσεις στηρίζονται σε «νομιμοποιήσεις» συμβολαίων και συνεννοήσεις με τους Οθωμανούς εκείνης της εποχής! Ακόμα και σήμερα, στον 21ο αιώνα αναφέρουν οι μοναχοί σε συμβόλαια για να τεκμηριώσουν τίτλους κυριότητας σε εκτάσεις ότι: «Οι μονές του Αγίου Ορους δεν υπήρξαν δορυάλωτες, αλλά συνθηκολόγησαν με τους Σουλτάνους, πριν από την κατάκτηση, με αποτέλεσμα την αναγνώριση της ακίνητης ιδιοκτησίας τους από τους Σουλτάνους.» Και συνεχίζει: «Το Άγιον Όρος έλαβε φιρμάνι από τους Μεχμέτ τον Α΄ (1413-1421), Μπαγιαζίτ Α΄ (1389-1402), και Μουράτ τον Β΄, το φιρμάνι της 9 Απριλίου 1430 (που σώζεται πρωτότυπο), με το οποίο επικύρωσε τα προνόμια και τις ιδιοκτησίες που είχαν παραχωρήσει οι βυζαντινοί αυτοκράτορες στο Άγιον Όρος. Το αναπαλλοτρίωτο της εκκλησιαστικής περιουσίας αναγνώρισε και διασφάλισε και ο πορθητής με τον Αχτιναμέ του 1453.» Πρόκειται για συμβολαιογραφική παραδοχή και τεκμηρίωση του δωσιλογισμού! Λέγεται ότι εκείνη την εποχή κυριαρχούσε στη σκέψη των ηγετών της ανατολικής Εκκλησίας η ιδεοληψία ότι το έτος 1492 θα έφτανε (για άλλη μια φορά) το «τέλος του κόσμου» και οι πολιτικολογούντες θεολόγοι θεωρούσαν ότι δεν είχε καμιά σημασία η επιβίωση της αυτοκρατορίας, παρά μόνο η διαφύλαξη της «ορθής πίστης» (St. Runciman: «Η τελευταία βυζαντινή Αναγέννηση»). Η ορθή πίστη οριζόταν βέβαια πάντα σε αντιπαλότητα με τις αντιλήψεις της παπικής Εκκλησίας. Γνωρίζοντας σήμερα, μισή χιλιετία αργότερα, τις γενικότερες θεόπληκτες αντιλήψεις και ιδιοτελείς πρακτικές των ηγετικών ομάδων ολόκληρης της βυζαντινής εποχής και την αδυναμία των ανθρώπων του εκκλησιαστικού μηχανισμού να αναγνωρίσουν τις εσφαλμένες επιλογές τους σε προγενέστερες ανάλογες περιπτώσεις, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι αυτή η εξήγηση δεν βρίσκεται μακριά από την πραγματικότητα. Ακόμα και στα τελευταία χρόνια επιβίωσης του Βυζαντίου, πρώτη φροντίδα των ηγεσιών δεν ήταν η απόκρουση των Τούρκων αλλά η κατάληψη της εξουσίας και η συναλλαγή μαζί τους.

Το έτος 1442 συνεννοείται ο Δημήτριος Παλαιολόγος, ένθερμος ανθενωτικός και φιλότουρκος, με τον σουλτάνο Μουράτ να πολιορκήσει ο δεύτερος την Κων/πολη, όπου βασιλιάς ήταν ακόμα ο Ιωάννης Παλαιολόγος. Η πολιορκία έληξε άδοξα, αλλά δεν αποθάρρυνε τον Δημήτριο, ο οποίος κάλεσε μετά από 9 χρόνια, το έτος 1451, πάλι τους Οθωμανούς, αυτή τη φορά υπό τον Μωάμεθ, για να τον υποστηρίξουν στην Πελοπόννησο ενάντια στον αδελφό του Θωμά. Ο Δημήτριος, σφόδρα ανθενωτικός ο ίδιος, προφανέστατα δεν δρούσε αυτοδύναμα αλλά καθοδηγείτο από τους εκκλησιαστικούς κύκλους των ανθενωτικών, οι οποίοι είχαν εναποθέσει το μέλλον της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας τους στη συνεργασία με τους Οθωμανούς.


Ο λόγος που επέλεξε και στήριξε η οθωμανική εξουσία τους εκπροσώπους της ανθενωτικής παράταξης στο Βυζάντιο είναι προφανής: μία τυχόν συμφωνία και σύγκλιση των χριστιανών του Βυζαντίου με τη Δύση θα ενεργοποιούσε «σταυροφορικές» ιδέες, οι οποίες δεν συνέφεραν τους Οθωμανούς μέχρι να σταθεροποιήσουν τη θέση τους στα Βαλκάνια. Αυτές οι σκέψεις είχαν σίγουρα ωριμάσει αρκετά χρόνια πριν από την οριστική άλωση της Πόλης και είχαν αναπτυχθεί στο σουλτάνο από τους Ρωμιούς συμβούλους του, οι οποίοι ενδιαφέρονταν και για τη δική τους κοινωνική αναβάθμιση σε ένα τουρκικό πλέον «ανατολικό ρωμαϊκό κράτος». Με αυτούς τους συμβούλους διατηρούσαν επαφές οι ανθενωτικοί, όπως προκύπτει από μαρτυρίες ενός μεταβυζαντινού αξιωματούχου, του Θεόδωρου Αγαλλιανού και ήταν προετοιμασμένοι για το κάλεσμα της οθωμανικής εξουσίας (Δ.Γ. Αποστολόπουλος, «Χαλίφης αυτοκράτορας- Ρωμιός πατριάρχης» και «Ιστορία των Ελλήνων»). Στα μοναστήρια, κυρίως έξω από την Πόλη, είχαν αποτραβηχτεί περί τις τριακόσιες χιλιάδες νέων ανθρώπων, φαινομενικά για να αφοσιωθούν στο θεό, στην πραγματικότητα για να αποφύγουν τη στράτευση, να αποστασιοποιηθούν από τις τρέχουσες εξελίξεις και να προετοιμάσουν το μέλλον (τους) υπό τουρκική κατοχή!

                                    

Στις πολεμίστρες της Κων/πολης ήταν δεν ήταν 7-8 χιλιάδες υπερασπιστές, κάτοικοι της Πόλης και μισθοφόροι! Ο Κων/νος Παλαιολόγος-Δραγάσης, τόσο ως δεσπότης (=απόλυτος ηγεμόνας) όσο και ως αυτοκράτωρ, αποδείχθηκε ηγέτης με σπάνιες ικανότητες, πολεμούσε στην πρώτη γραμμή, εμψύχωνε τους στρατιώτες του και ευτύχησε να καταγράψει στο ενεργητικό του αξιόλογες νίκες: ελευθέρωσε οριστικά την Πελοπόννησο από τους Φράγκους, τους εξεδίωξε από την Αττική και τη Βοιωτία, φτάνοντας μέχρι τη Θεσσαλία, υπερασπίστηκε ο ίδιος με ηρωισμό αν και χωρίς επιτυχία το Εξαμίλλιο εναντίον των Τούρκων και αντιστάθηκε με επιτυχία σε πολιορκία των Τούρκων στο φρούριο της Λήμνου. Το ηθικό του λαού κατά τις τελευταίες δεκαετίες της Ρωμανίας συνοψίζεται άριστα στην ηττοπαθή αντίληψη που διαχεόταν από τους ηγετικούς κύκλους του Κράτους και της Εκκλησίας: «... γιατί είναι θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει ...» ή επίσης με τις διαδιδόμενες «προφητείες» ότι, «... οι Ρωμιοί θα δουν άσπρη μέρα μόνον όταν οι Τούρκοι μπουν στην Πόλη». Έτσι καλλιεργείτο η ηττοπάθεια και η μοιρολατρική αποδοχή από το λαό της υποταγής στους Οθωμανούς ως το «μη χείρον» σε σχέση με μια υποταγή στους Δυτικούς και στον πάπα. εκδοχή που, υλοποιούμενη, θα οδηγούσε σε περιθωριοποίηση του ορθόδοξου εκκλησιαστικού μηχανισμού. Με αυτό το «πρόκριμα» υπέρ του Τούρκου: αφενός εξωθήθηκαν πολλοί λόγιοι, δημιουργοί και οικονομικά ευκατάστατοι στην οριστική μετανάστευση στη Δύση, ιδίως στην Ιταλία, όπου συνέβαλαν στην εξελισσόμενη Αναγέννηση. Αυτό σήμαινε ότι η μεταβυζαντινή κοινωνία έμενε χωρίς τα σημαντικότερα πνευματικά και ανανεωτικά στελέχη της, τα οποία θα ήταν σε θέση να εμψυχώσουν και να ανασυντάξουν το λαό που οδηγείτο, πάμπτωχος, αμόρφωτος και θρησκόληπτος στην υποδούλωση. Αφετέρου, ο εκκλησιαστικός μηχανισμός και οι κύκλοι του αποδέχθηκαν τη θέση του συνεργάτη και τοποτηρητή των Οθωμανών, με αυξημένες αρμοδιότητες (π.χ. δικαίωμα είσπραξης φόρων) και «ευχέρεια κινήσεων» σε σύγκριση με τη βυζαντινή εποχή (Αποστόλης Χαρίσης: «Θρησκεία και Πολιτική στην Ελλάδα»). Αυτός ο δωσιλογικός ρόλος του εκκλησιαστικού μηχανισμού διατηρήθηκε δε με επιμέλεια μέχρις εσχάτων, ακόμα και μετά την απελευθέρωση από την τουρκοκρατία και την ίδρυση ελληνικού κράτους .

Ο Γεώργιος Σχολάριος (1400-1472), ευφυής διανοούμενος, νομομαθής, φιλόσοφος και θεολογών, αρχικά φιλενωτικός με τη Δύση, αργότερα αμφιταλαντευόμενος, προφανώς ζυγιάζοντας τις πιθανές πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις και, στο τέλος, ηγέτης της ανθενωτικής παράταξης, ο οποίος μεταπήδησε στην τάξη των κληρικών σε ηλικία 50 ετών (1450) για να είναι έτοιμος να αναλάβει αξιώματα από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, είχε δώσει ήδη δείγματα του φρονήματός του, καίγοντας ιδιοχείρως συγγράμματα του Πλάτωνα και το έργο «Νόμων Συγγραφή» του νεοπλατωνικού Ελληνιστή Γεώργιου Γεμιστού-Πλήθωνα.

Ο συγκεκριμένος Σχολάριος έδινε και οδηγίες για την ιεροεξεταστική αντιμετώπιση των «Ελληνιστών» - ένας χαρακτηρισμός για όσους μελετούσαν διεξοδικά τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και προτιμούσαν τη φιλοσοφία των αρχαίων από τη βυζαντινή θεοσοφία: «... τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας Ελληνιστάς και πυρί και σιδήρω και ύδατι και πάσι τρόποις εξαγάγετε τής παρούσης ζωής ... ράβδιζε, είργε, είτα γλώτταν αφαίρει, είτα χείρα απότεμνε καν και ούτω μένη κακός, θαλάττης πέμπε βυθώ» (από επιστολή του Σχολάριου προς τον κυβερνήτη της Πελοποννήσου, «Παλαιολόγια - Πελοποννησιακά» από τον Σ. Λάμπρου) (= ... να αφαιρείτε τη ζωή στους όντως ασεβείς και πανούργους Ελληνιστές με φωτιά, με σίδηρο και με κάθε άλλο τρόπο ... ξυλοφόρτωνε, φυλάκιζε, στη συνέχει κόβε τη γλώσσα, μετά κόβε το χέρι και, αν παρ' όλα αυτά παραμένει ακόμα κακός, πέταξέ τον στο βυθό της θάλασσας.) Ο ίδιος ο Σχολάριος, ως υπότουρκος, δοτός Οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος πλέον, παρά τις ρητές επιταγές της θρησκείας περί διαχωρισμού κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας (ΣΤ' αποστολικός κανόνας), ομιλούσε προς το δυναστευόμενο λαό περί «φιλεύσπλαχνου σουλτάνου (του Μωάμεθ Β'), ο οποίος έχει εντολή από το θεό να επαναφέρει τους αμαρτωλούς χριστιανούς στο σωστό δρόμο». Είναι ενδιαφέρον ότι οι θρησκευτικοί κύκλοι που μέχρι τότε απέδιδαν τη σωτηρία της Πόλης από εχθρικές επιθέσεις στις παρεμβάσεις του θεού, της Παναγίας και αγίων, τώρα αιτιολογούσαν την κατάληψή της από τους Οθωμανούς με την αμαρτωλή ζωή των λίγων κατοίκων που της είχαν απομείνει - όσων είχαν επιβιώσει από τα συχνά κύματα των επιδημιών και δεν είχαν διαφύγει. Με ίδια θεολογικά επιχειρήματα είχε ερμηνευτεί πάνω από μια χιλιετία προηγουμένως, το έτος 410 μ.Χ., η κατάληψη της Ρώμης από τους Γότθους υπό τον Αλάριχο: η «πόλη του θεού» μετατράπηκε από τον Αυγουστίνο σε «πόλη των ανθρώπων», η οποία καταστράφηκε κάτω από το βάρος των αμαρτιών των πολιτών της. Σήμερα προσπαθούν διάφοροι απολογητές να δικαιολογήσουν το δωσιλογισμό και τη συνεργασία του Σχολάριου με τους κατακτητές (αν τους θεωρούσε κατακτητές!), γράφοντας ότι επρόκειτο για «βραχυπρόθεσμη συνεργασία με στόχο τον κατευνασμό του "θηρίου"...» (Γ. Μεταλληνός) Φυσικά, το «βραχυπρόθεσμον» του εγχειρήματος κράτησε 4-5 αιώνες με τις γνωστές επιπτώσεις στο πολιτισμικό επίπεδο των βαλκανικών και των ελληνόφωνων πληθυσμών! Με αυτή δε τη λογική του «θηρίου», και οι συνεργάτες των ναζιστικών στρατευμάτων κατά το β' παγκόσμιο πόλεμο και όλοι οι Κουΐσλινγκς στην οικουμένη, που μάλλον στον «κατευνασμό του θηρίου» δηλώνουν ότι αποβλέπουν, κακώς καταδικάζονται και κατά κανόνα εκτελούνται ως προδότες! Ο Σχολάριος και οι συνεργάτες του φαίνεται ότι επινόησαν την ιστορία με την κερκόπορτα, ότι δήθεν κάποιος την άφησε ή την ξέχασε ανοικτή κι έτσι εισήλθαν οι Οθωμανοί στην Πόλη. Πρόκειται μάλλον για ένα μύθο, ο οποίος υλοποιούσε με κατανοητό τρόπο τη θεϊκή παρέμβαση για να «τιμωρηθούν» οι αμαρτωλοί και προφανώς απέβλεπε στη συγκάλυψη του γεγονότος ότι η προδοσία είχε συντελεστεί ήδη πολύ πριν αρχίσει η επίθεση των Οθωμανών και ότι η Πόλη ήταν καταδικασμένη από τη στιγμή που συμφωνήθηκε η μοιρασιά εξουσίας μεταξύ του εκκλησιαστικού μηχανισμού και των Τούρκων. Κατά μία άλλη εκδοχή «Πρόκειται για έναν μύθο, που δημιουργήθηκε για να παρηγορηθεί ο κόσμος, που δεν μπορούσε να δεχτεί πως η Πόλη "έπεσε". Ήταν απαραίτητη μια ιστορία προδοσίας για να αποδεχτούν πως η Κων/πολη με τη φημισμένη οχύρωση αλώθηκε από τους Οθωμανούς.


Ας μην αποκλείουμε όμως το γεγονός να υπήρξε κάποιος προδότης, καθώς πίσω από κάθε μύθο υπάρχει κάποια βάση» (Τρ. Μανιάτη-Κοκκίνη). Η δουλοπρεπέστατη, στη συνέχεια, υποταγή του εκκλησιαστικού μηχανισμού στην εξουσία των Οθωμανών πιθανόν να σχετίζεται και με μία επιστολή που ετοίμασε και ίσως να απέστειλε ο πάπας Πίος B', πιθανόν στα τέλη του έτους 1461, προς τον Μωάμεθ τον Πορθητή και στην οποία προτείνεται σ' αυτόν (Δ.Γ. Αποστολόπουλος: «Xαλίφης αυτοκράτορας ή Καρλομάγνος», βλέπε βιβλιογραφία): να βαπτιστεί και να γίνει χριστιανός και να εγκατασταθεί ως νόμιμος ηγεμόνας όλων των λαών της Ανατολής. Ως προς τη βάπτιση, καθησυχαζόταν ο Μωάμεθ στην παπική επιστολή ότι δεν είναι τίποτα σημαντικό, «θα βραχείς με λίγο νεράκι» - αυτή είναι η εκτίμηση των ανθρώπων της Εκκλησίας για τα «μυστήριά» της. Ως προς δε τη νομιμοποίησή του, υπόσχεται ο Πίος να «σε ονομάζουμε αυτοκράτορα των Eλλήνων και της Aνατολής» («Nos te Graecorum et Orientis imperatorem appellabimus») και να μην «προσφέρουμε πλέον τη βοήθειά μας σε όλους εκείνους τους χριστιανούς που φεύγουν από το κράτος σου και έρχονται σε μας.» Είναι προφανές ότι ο συγκεκριμένος πάπας πλειοδοτούσε έναντι των ανατολικών επισκόπων σε βάρος των υπόδουλων λαών της Ανατολής, ταυτόχρονα καλούσε όμως ο ίδιος επίμονα τους δυτικούς ηγεμόνες να χρηματοδοτήσουν μια σταυροφορία εναντίον των «άπιστων» (Κ.Σάθας: «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα»). Δεν είναι γνωστό αν έλαβε ο Μωάμεθ ποτέ αυτή την επιστολή, σίγουρα δεν φαίνεται να υπήρξε γραπτή απάντηση. Πάντως το συγκεκριμένο κείμενο, αποτελούμενο από 112 σελίδες, κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή σε διάφορες πόλεις της Δύσης (Ρώμη, Κολωνία, Τρεβίζο) και δεν είναι απίθανο κάποιο αντίγραφό του να έφτασε μέχρι την Κων/πολη, προβληματίζοντας εκεί, τόσο την οθωμανική, όσο και την πατριαρχική πλευρά. Γεγονός είναι ότι ο απανταχού χριστιανισμός εκείνης της εποχής ανταγωνιζόταν σε προτάσεις συνεργασίας και δουλοπρέπειας απέναντι στους Οθωμανούς, με αποκλειστικό στόχο τη συμφωνημένη διανομή της εξουσίας και των σφαιρών επιρροής.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

                           

ΥΓ: Καλώς ή κακώς κάπως ετσι μοιάζει η σφαιρική θέαση της ιστορίας. Χρήσιμο ναι, ευχάριστο ίσως όχι.
Ο λόγος που οι Έλληνες ακόμα και σήμερα χαρακτηρίζουμε την Τρίτη ως αποφράδα ημέρα, είναι η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως...

ΠΗΓΕΣ:
BYZANTINE EMPIRE - WIKIPEDIA
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ - WIKIPEDIA
ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΔΥΣΗ - WIKIPEDIA
byzantineempire.info
History of the Crusades
Ανατολικό Κράτος & Εκκλησία στη 2η χιλιετία - Στ. Γ. Φραγκόπουλου

2 comments:

  1. Αναφέρεται πως η κερκόπορτα άνοιξε κοντά στην Εβραική συνοικία. Εμένα αυτό δεν μου λέει τίποτα.
    Αυτοί που σίγουρα άνοιξαν πρώτη την κερκόπορτα ήταν οι ηγέτες της εκκλησίας. Είχαν ήδη συμφωνήσει δεκαετίες πριν με τους Οθωμανούς. Ο Πατριάρχης που προπαγάνδιζε "καλύτερα τούρκικο φέσι παρά φράγκικος μπερές" ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από το Σουλτάνο.
    Τη στιγμή που ο Παλαιολόγος υπερασπιζόταν την τιμή του ελληνικού κόσμου με 6000 μαχητές οι άλκιμοι νέοι της Πόλης ήταν μαζικά στα μοναστήρια και έτρεφαν να μην πω τι.Μιλάμε για δεκάδες χιλιάδες κόσμο.
    Και αν και το Βυζάντιο δεν το δέχομαι ως ελληνικό αλλά ελληνιστικό, ο Παλαιολόγος την κρίσιμη ώρα στο λόγο του είπε πως "είμαστε απόγονοι των Ελλήνων".
    Όπως και να έχει ο Παλαιολόγος διέσωσε την αξιοπρέπεια του ελληνικού κόσμου.
    Υπάρχει αν δεν κάνω λάθος και άλλη μια άλωση πλην του 1204 και του 1453. Αν δεν κάνω λάθος ο Παπαρρηγόπουλος μιλά για Έλληνες που άλωσαν την Πόλη.(δεν είμαι απολύτως σίγουρος)
    Όπως και να έχει είναι μια από τις καλύτερες αναρτήσεις που έχω δει εδώ και καιρό στη μπλογκόσφαιρα.

    ReplyDelete
  2. Για τα ταξίδια σου στο χρόνο τα έχουμε ξαναπεί, είτε συμφωνώ είτε διαφωνώ, τα βρίσκω τέλεια.
    Για το θέμα της ανάρτησής σου απλά θα σχολιάσω.

    Η άλωση της Πόλης δεν μπορεί να πονάει τον γενεαλογικά συνειδητοποιημένο Έλληνα (και όχι Νεοέλληνα) λιγότερο από την Μικρασιατική καταστροφή. Ούτε η τραγωδία της Κύπρου και η ντροπή των Ιμίων περισσότερο από τους μικρούς καθημερινούς εξευτελισμούς των παραβιάσεων.

    Σιχαίνομαι τον χαρακτηρισμό Νεοέλληνας γιατί όπως το Γραικός και το Ρωμιός έλαβαν μειωτική χροιά από τους μη φιλέλληνες με απώτερο στόχο τον διαχωρισμό τους από αυτό που στην ουσία δηλώνουν : Ένα λαό με κοινή πορεία και συνεχόμενη Ιστορία, με πολλές αρετές αλλά και πολλά ελαττώματα, που σε πείσμα όλων επιμένει να αναγεννιέται, και παρ’όλες τις αντιξοότητες και το μικρό του πληθυσμιακό μέγεθος να προσφέρει στην ανθρωπότητα πολιτισμό, τέχνες διανόηση, αξίες ιδανικά και το δικό του αίμα στον βωμό της ελευθερίας, σε υπέρτατο βαθμό.

    Καλώς ή κακώς τα ονόματα που αναφέρεις και μερικά ακόμη (Γραικοί, Έλληνες, Ρωμιοί, Yunan, (Ιωνες) , Yavan κλπ) έχει επικρατήσει να εννοούν το ίδιο γένος ανθρώπων. Όπως το είπες όλα αυτά είναι χαραγμένα στο DNA μας, μόνο που συχνά πυκνά ηθελημένα ή άθελα μας συμβάλουμε στην προσπάθεια της ολικής διαγραφής τους. Σε αυτή την προσπάθεια εντάσσεται και η συστηματική απαξίωση της Ιστορίας μας.

    Για πολλούς ντόπιους αυτά ίσως ακούγονται εθνικιστικά, ενώ από τους ξένους αυτά και πολλά άλλα να χαρακτηρίζονται αποκυήματα της φαντασίας μας και μύθοι. Πιθανόν να είναι και έτσι. Αυτό που μετράει είναι ότι όποτε η Ιστορία της ανθρωπότητας έκλεινε θανατηφόρα ραντεβού στο φως και το σκοτάδι, ΕΜΕΙΣ οι «μυθομανείς» ήμασταν παρόντες και στην σωστή πλευρά, ενώ κάποιοι άλλοι απουσίαζαν. Το αν τελικά άξιζε είναι άλλο θέμα. Έτσι και αλλιώς και η άδολη προσφορά χαραγμένη στο DNA είναι.

    . *** To ΕΜΕΙΣ αφορά τον λαό αυτής της χώρας και όχι απαραίτητα τις κεφαλές του για τις οποίες ο κανόνας δυστυχώς εκφράζεται με τον χαρακτηρισμό: «ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ»

    ReplyDelete