May 4, 2016

Εν Λευκώ



Σε ένα ολόλευκο δωμάτιο λουσμένο στο φως, όπως πάντα μου άρεσε, βρέθηκα μια μέρα ρηγμένος στα πατώματα. Σε στάση εμβρυική, σε θέση αμυντική. Υποφέροντας αόρατες κλωτσιές από τους έξω και από τους μέσα. Κάθε κραυγή και φως, και κάπως έτσι το δωμάτιο βαφόταν Λευκό. Κάπως έτσι μου έκλεβε ο πόνος το πιο αγνό μου φως. Κάθε σπαραγμός και μια άναρθρη ευχή για κάτι απόμακρο που πολλοί το χαίρονταν μα εγώ όχι. Συντροφικότητα... Ούρλιαζα τις συλλαβές της, ψέλλιζα της όμορφης αυτής λέξης τα φωνήεντα, αιμορραγώντας φως.


Και ήρθε η στιγμή που το αλάνθαστο υπερπέραν, του οποίου κλέβουμε το φως που μας δάνεισε, έριξε την ζαριά των λευκών μου ικεσιών. Και εγένετο Συντροφικότητα, δεσμός, σχέση, ανοχή, υποχωρητικότητα, καλοσύνη, υπομονή, χαρμολύπη.

Και μετά πέρασαν τα χρόνια και τα μαλλιά άσπρισαν, οι εμπειρίες ξεχείλισαν, η καρδιά άδειασε, το μυαλό έπηξε, η δημιουργικότητα έπαψε. Μετά η ψυχή άρχισε να κλαίει δάκρυα λευκά. Και όσο λευκό της είχε μείνει χανόταν πάλι. Και να πάλι τα λάθη, και να τα πισογυρίσματα, όλες οι απέλπιδες αυτές προσπάθειες λύτρωσης του ενός ή και των δύο. Και η ψυχή μαραινόταν, το σώμα παρήκμαζε ο νους αντιστεκόταν και ήξερε ότι σύντομα η συντροφικότητα αυτού του είδους θα πρέπει να πάψει μια και καλή. Μα ποια είναι η καλή συντροφικότητα και ποια η κακή; Δείξτε μου Θεοί, γιατί δεν με λυπάστε; Θα φτιάξω κι άλλο φως λευκό, έχω πολλά να δώσω. Δεν είμαι άξιος εγώ, γιατί με υποτιμάτε;

Πολύ γρήγορα ο νους άλλαξε, το σώμα άρχισε να γιατρεύεται και η ψυχή να ακμάζει δειλά δειλά. Πουλί ελεύθερο νοστάλγησα να γίνω, ολάνθιστος και μόνος. Μόνος και θελκτικός, χωρίς βαρίδια και σκοτούρες, χωρίς πρέπει και κανόνες. Διαθέσιμος και επιλεκτικός. Μόνος αλλά μαζί με τον ολοκαίνουριο χαρούμενο δημιουργικό εαυτό μου και τέτοια σιγουριά που φέρνει εκατομμύρια νέες γνωριμίες και νέους δεσμούς ζωής. Η αιθερική ελαφρότητα του φωτός ως υπέρτατο βίωμα.

Ώσπου ήρθε η στιγμή της πλήρους καμπής, που όλα θα έπρεπε να παιχτούν κορώνα ή γράμματα, που το σύμπαν μισογεμάτο με πεφωτεισμένες νεράιδες και μισοάδειο από σιχαμένους καλικαντζάρους παίρνει ότι πιο ιερό λευκοφωτεινένιο έχεις να ευχηθείς και σου φέρνει μπροστά σου το όμοιο, που ενέχει το παρόμοιο, που σε καθηλώνει, που σε ξεσηκώνει, που η ζωή σου δεν θα είναι η ίδια ποτέ μετά από αυτό. Πόσο φως σε αυτά τα ολοκαίνουρια μάτια; Πόσες λευκές πληγές αναγνώρισα και λάτρεψα; Πόσο γρήγορα γίνηκαν όλα; Γιατί να πρέπει να υπάρχουν πρέπει; Γιατί να ακολουθήσω την πεπατημένη από την οποία μόλις ξέφυγα; Γιατί εμπνέω πράγματα που δεν αντέχω να σηκώσω ή καλύτερα δεν θέλω να αντέξω...; Ποιος μπορεί να θέλει και να μην θέλει και γιατί δεν τον κάνει αυτό τρελό; Γιατί σκέφτομαι έτσι και γιατί τώρα...; 

Γιατί τόσα γιατί, εγώ μόνο εν Λευκώ ήμουν ταγμένος και το Λευκό προσκάλεσα μα δεν παύω να αιμορραγώ... Ίσως η κυκλοφορία του αίματος, έστω και αιμορραγικώς, ίσως αυτό είναι ζωή!

No comments:

Post a Comment